Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ "ΑΣΠΙΛΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ" ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης





Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου



Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.




Η ορθόδοξη άποψη



Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «αφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «άσπιλον σύλληψιν της Θεοτόκου».


Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.

Εμείς οι πιστοί, θα πρέπει να την έχουμε ως παράδειγμα και ως δίδαγμα και ως στόχο. Εκείνη κατόρθωσε να φθάσει σ’ αυτήν την αγιότητα και να υμνείται δι’ όλων των αιώνων· Εκείνη ήταν σκεύος εκλογής. Λόγω της αγιότητός της κατόρθωσε και είλκυσε την προσοχή του Θεού και έγινε η αγαπητή του Θεού: «Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Έδειξε με την άγια ζωή της, την άφθαστη υπακοή της, την πολλή ταπείνωση, την ανυπέρβλητη αγνότητα, μέχρι που μπορεί να υψωθεί ο άνθρωπος.





Οι ακρότητες της Μαριολατρείας και του Αντιδικομαριανισμού



Το δεύτερο στοιχείο για το οποίο αυτή η διδασκαλία δεν είναι ορθή είναι ότι ουσιαστικώς δεν ανεβάζει την Παναγία, την μειώνει, ενώ οι Παπικοί θέλουν να υψώσουν την Παναγία, υπερβολικά μάλιστα. Υπάρχουν εδώ ακρότητες, και ας πω για τις δύο αυτές ακρότητες και θα συνεχίσω τις σκέψεις που έκαμα προηγουμένως. Στην διδασκαλία για την Θεοτόκο υπάρχουν δύο ακρότητες. Η Ορθόδοξος εκκλησία είναι ανάμεσα, ακολουθεί τη χρυσή οδό. Ποιες είναι οι δύο αυτές ακρότητες; Η μια ακρότητα είναι αυτή η όποια υπερεξαίρει την Παναγία, κάνει την Παναγία Θεά, θεοποιεί την Παναγία, είναι η Μαριολατρεία. Διδάσκει ότι η Παναγία είναι Θεός, και αυτή την τάση υπηρετεί η διδασκαλία της Ρωμαϊκής εκκλησίας, της Παπικής εκκλησίας, περί του ότι η Παναγία είναι άσπιλη, την εξισώνει με τον Χριστό, ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

Στο άλλο άκρο είναι ο λεγόμενος Αντιδικομαριανισμός, οι αντίθετοι, οι αντίδικοι της Μαρίας, οι εχθροί της Μαρίας, στην εποχή μας οι Προτεστάντες. Από την μία πλευρά οι παπικοί, οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν την Μαριολατρεία, κάνουν την Θεοτόκο Θεό, και από την άλλη πλευρά στη Δύση και πάλι, στην Ευρώπη, υπάρχει τελείως αντίθετη τάση, των έχθρων της Παναγίας. Ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα βιβλίο το όποιο έχει γράψει για την Παναγία δημοσιεύει ένα γράμμα του γέροντος του, Αθανασίου του Ιβηρίτη, ο οποίος αναφερόταν σ’ αυτήν την εχθρότητα που έχουν οι Προτεστάντες εναντίον της Παναγίας. Οι Ευαγγελικοί-Προτεστάντες, δεν πιστεύουν στις εικόνες, δεν έχουν καμία τιμή, κανένα σεβασμό προς την Παναγία. Αντίθετα εκφράζονται υποτιμητικά γι’ Αυτήν. Έχο

ντας λοιπόν κατά νουν ο Γέρων Αθανάσιος ο Ιβηρίτης την ασέβεια προς την Παναγία, εκφράζεται στο γράμμα αυτό πολύ σκληρά για τους Προτεστάντες και τους προτεσταντίζοντες. Δεν διστάζουν οι Άγιοι να χρησιμοποιήσουν σκληρές λέξεις, όταν υβρίζονται άγια πρόσωπα.

Ανάμεσα λοιπόν στις δύο αυτές τάσεις, από την μια πλευρά της Μαριολατρείας του Παπισμού και της εχθρότητος προς την Παναγία, της μειώσεως της Παναγίας, των Προτεσταντών είναι η δική μας η Ορθόδοξη εκκλησία, η όποια σέβεται και τιμά και υμνεί την Θεοτόκο με τόσους ύμνους, δεν κάνει όμως την Παναγία Θεά. Την τοποθετεί μετά τη Θεότητα. Οι ιερείς μνημονεύουμε πρώτα τον Χριστό και μετά την Παναγία.



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

 

Δογματική αξία του όρου "Θεοτόκος"


Η Θεοτόκος κρατώντας τον Υιό της. Ψηφιδωτό στο ναό της Αγίας Σοφίας
Ο όρος Θεοτόκος, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, "είναι κάτι παραπάνω από ένα όνομα ή ένα τιμητικό τίτλο. Είναι μάλλον ένας δογματικός ορισμός σε μια μονάχα λέξι" και "διακριτικό σημάδι της Ορθοδοξίας ακόμη και πριν από τη σύνοδο της Εφέσου" (431)[103]. Ήδη από τον 4ο αιώνα, ο άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός προειδοποιεί: "Εάν ένας δεν αναγνωρίζη τη Μαρία σαν Θεοτόκο είναι αποξενωμένος απ' το Θεό"[104]. Ασφαλώς, από πλευράς Οικουμενικής επικυρώσεως, "πρώτη η εν Εφέσω Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος...κατακρίνασα το φρόνημα του Νεστορίου, κατά το οποίον η αγία Παρθένος υπήρξεν ανθρωποτόκος...ανεκήρυξε «την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον...»" και την "ονομασίαν ταύτην της μητρός του Κυρίου επανέλαβεν...και η εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος"[105] (βλ. περισσότερα στα άρθρα: Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος και Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος).
Ο Νεστόριος, από τη στιγμή που απέρριπτε την έννοια της Θεοτοκίας, αυτομάτως θεωρούσε πως η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού συνέβαινε σε ένα βουλητικό-ηθικό επίπεδο και όχι ουσιαστικό. Δεν πίστευε στην πλήρη ένωση της ανθρώπινης φύσης με την θεία, αλλά θεωρούσε ότι ο Λόγος πήγε και ενοίκησε σε μια ανθρώπινη υπόσταση[106]. Όμως, η διδασκαλία αυτή ουσιαστικά θα καθιστούσε "ανώφελη" την ενανθρώπηση του Λόγου, αφού κανένα εχέγγυο δε θα δινόταν για την ανάσταση καθώς δεν εξασφαλίζεται η θεραπεία της κτιστής ανθρώπινης φύσης[107]. Αντίθετα, η πρόσληψη της φθαρτής φύσης μας από τον Χριστό-Λόγο[108], η "ουσιαστική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού και η διατήρηση της ετερότητας τους σημαίνουν ότι η θεότητα παρέχει τον αγιασμό και την αφθαρσία στην κτιστή ανθρώπινη φύση"[109]. Έτσι, η Μαρία, λαμβάνει τον τίτλο της Θεοτόκου επειδή "γεννάει τον σαρκωμένο Θεό και όχι θεοφόρο άνθρωπο"[110] και λαμβάνει την υψηλότερη θέση ανάμεσα στα κτιστά όντα όχι διότι προηγείται η εξουσία κάποιας "θεάς" ή κάποιας αυτοδύναμης φυσικής θεότητας, αλλά διότι ένας άνθρωπος γίνεται το όργανο για την επιτέλεση του σχεδίου της θείας οικονομίας, που είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους[111].
Στο παραπάνω πλαίσιο, εντάσσεται και η λεγόμενη περί Ανακεφαλαιώσεως διδασκαλία η οποία αναπτύχθηκε από την αρχαία εκκλησία και εξής. Πρόκειται για τον αντιθετικό παραλληλισμό ανάμεσα στην ανυπάκουη παρθένο την Εύα, και την Μαρία η οποία εξάλειψε την ανυπακοή, της «προμήτορος Εύας το σφάλμα ανορθώσασα»[112], και ανάμεσα στον Αδάμ από τον οποίο εισήλθε η φθορά στην ανθρώπινη φύση και τον Χριστό ο οποίος προσλαμβάνει και θεραπεύει την φθαρτότητα[113]. Η διδασκαλία αυτή, η οποία διατυπώνεται από τους Ιγνάτιο και Ειρηναίο, παραλαμβάνεται κατόπιν από τον Τερτυλλιανό. Παρόμοιες ιδέες αναπτύσσει και ο Επιφάνιος και αργότερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ο οποίος παραλληλίζει πλέον την Εύα με την Εκκλησία, λέγοντας ότι από τον Αδάμ προήλθε η Εύα και από τον Χριστό η Εκκλησία[114].
Ο όρος Θεοτόκος χρησιμοποιήθηκε από τους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής συνειδήσεως αρκετά νωρίς, μαρτυρούμενος κατά το πρώτο μισό του 3ου αιώνα "υπό του Ωριγένους και του Ιππολύτου Ρώμης ως όρος ήδη της παραδόσεως"[115]. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε "πλατειά από τους Πατέρες του τετάρτου αιώνος" όταν καταφέρονταν ενάντια στον Νεστόριο και τους οπαδούς του, οι οποίοι δίδασκαν ενάντια στην Ιερά Παράδοση[116] χρησιμοποιώντας για τη Μαρία τους όρους ανθρωποτόκος και χριστοτόκος[117]. Αν και η λέξη Θεοτόκος δεν υπάρχει μέσα στην Αγία Γραφή, αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία καινοτόμησε και επέβαλλε ένα νέο άρθρο πίστεως, αλλά αντιθέτως, εξέφρασε και προστάτευσε "μια εκ παραδόσεως πίστι και μια κοινή πεποίθησι αιώνων"[118]: μόλις τον 1ο αιώνα, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος "ομολογεί...ότι «ο θεός ημών Ιησούς Χριστός εκυοφορήθη υπό Μαρίας κατ' οικονομίαν Θεού»" και μιλάει "περί του Ιησού Χριστού...«εκ Μαρίας, ος αληθώς εγεννήθη...»", όπου με τη λέξη αληθώς εκφράζεται ενάντια στην αίρεση του Δοκητισμού η οποία πρέσβευε ότι ο Χριστός μόνο φαινομενικά, και όχι πραγματικά, γεννήθηκε, έπαθε κ.λπ.[119].

Ποιον γέννησε η Μαρία;

Η Θεοτόκος ως ιστορικό πρόσωπο


Ο Ιωακείμ και η Άννα, γονείς της Θεοτόκου Μαρίας
Είναι αλήθεια ότι τα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης "δεν μας αναφέρουν τίποτε σχετικό με τους γονείς της Παρθένου Μαριάμ, την παιδική της ηλικία και άλλα συναφή γεγονότα με την προσωπική της ζωή"[17]. Όπως φαίνεται από τις επιλογές των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, προφανώς θεωρούσαν σημαντικό ν' ανταποκριθούν πρώτα στα πιο επείγοντα ζητήματα της αποστολής τους, και ήταν έτσι φυσικό, ακόμη και οι αφηγήσεις για την παιδική ηλικία του Ιησού να εμφανιστούν αργότερα[18]. Καταρχάς, ο ευαγγελιστής Μάρκος αγνοεί τις διηγήσεις αυτές, ο Ματθαίος τις εξιστορεί με επίκεντρο τον Ιωσήφ, ενώ με τις διηγήσεις του Λουκά έρχεται στο προσκήνιο η Μητέρα του Χριστού[19] όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ιστορική πηγή των σημαντικών γεγονότων της Θείας Γέννησης[20], γεγονότα τα οποία "κρατούσε όλα στην καρδιά της και τα σκεπτόταν"[21]. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Joseph Holzner:
"Πόσα ταξίδια να έκανε [ο Λουκάς] απ' την Καισαρεία στην Παλαιστίνη, στα Ιεροσόλυμα για τον Ιάκωβο, στην Βηθλεέμ και στην Ναζαρέτ για τους συγγενείς και τους ομηλίκους του Ιησού, προ πάντων όμως για την μητέρα του Ιησού, όσο ζούσε, που τώρα ήταν γερόντισσα ογδόντα ετών. Ποιος μπορούσε να του διηγηθή την θαυμαστή εκείνη ιστορία των Χριστουγέννων, με τέτοιο τρόπο, παρά η πιστή ανάμνησις μιας μητέρας που αγαπά;"[22].
Πάντως, οι αρχαιότερες μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για την κατά σάρκα προέλευση του Ιησού είναι του Αποστόλου Παύλου στα εδάφια Γαλ. 4,4 και Ρωμ. 9,5 όπου δεν αναφέρεται μεν το όνομα της Μαρίας, όμως ξεκαθαρίζεται η ιστορικότητα της και τονίζεται η σπουδαιότητα και βεβαιότητα της ενανθρωπήσεως με τη συμμετοχή μητέρας από το γένος των ανθρώπων[23]. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Παύλος παρουσιάζεται να γνωρίζει γενικότερα τα της οικογένειας του Ιησού και των "αδελφών" Του (Α΄Κορ. 9,5. Γαλ. 1,19) καθιστά λογικό να γνώριζε και το όνομα της Θεοτόκου[24].
Από το εδάφιο Λουκ. 1,27, φαίνεται ότι η Μαρία "καταγόταν από το γένος του Δαυίδ"[25] (Λουκ. 1,27). Ακόμη όμως κι αν η φράση εξ οίκου Δαυίδ θεωρηθεί ότι αναφέρεται στον Ιωσήφ, υπάρχουν εδάφια τα οποία έμμεσα αναφέρονται στην καταγωγή της, όπως τα Λουκ. 1,32. 2,4-5. Ρωμ. 1,3 αλλά επίσης, υπάρχει και η βεβαιότητα της Παράδοσης, από τα μέσα του 2ου αιώνα[26]. Όπως θα μπορούσαμε ιστορικά να συμπεράνουμε, ζούσε όπως και οι άλλες κοπέλες της ηλικίας της, ασχολούμενη ή βοηθώντας στις γυναικείες καθημερινές εργασίες, τις οποίες επέβαλλαν οι συνθήκες ζωής μιας οικογένειας στη μικρή Ναζαρέτ: την οικογενειακή χειροτεχνία (όπως υφάσματα που τα έγνεθαν και τα ύφαιναν στο σπίτι), την προπαρασκευή του ψωμιού (άλεσμα σε μικρό οικιακό μύλο που είχε κάθε σπίτι), το ζύμωμα και το ψήσιμο του ή την παρασκευή άλλων φαγητών, την προμήθεια νερού από τη βρύση και άλλες παρόμοιες εργασίες του σπιτιού[27]. Επίσης όμως, είχε και τις πνευματικές ενασχολήσεις, οι οποίες απέρρεαν από το τυπικό της θρησκείας της φυλής τους: την προσευχή σε διάφορες ώρες της ημέρας, τη συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής, τη μελέτη των Γραφών[28], γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ύμνος της Μαρίας (Λουκ. 1,46-56) ο οποίος δείχνει "τόσες πολλές βιβλικές θύμησες"[29].
Ο γάμος, ήταν ένας ακόμη κοινωνικός θεσμός αλλά και επιταγή του βιβλικού Νόμου, ο οποίος αποτελούσε καθήκον και ταυτόχρονα υποχρέωση για κάθε Ιουδαίο πολίτη όπως και η τεκνογονία, και γι' αυτό βλέπουμε ότι η Μαρία είχε προχωρήσει στις διαδικασίες του γάμου όντας μνηστευμένη με τον Ιωσήφ[30]. Ο έγγαμος βίος ήταν μια καταξιωμένη μορφή ζωής για κάθε άνθρωπο ενώ η αγαμία ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε ελάχιστους μόνο Ραββί[31] (βλ. και λήμμα: Ραβί). Σε κάθε εβραϊκή οικογένεια η γέννηση ενός παιδιού έφερνε μεγάλη χαρά και τότε, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, θα καλούσαν τους συγγενείς, τους φίλους και τους γείτονες να γλεντήσουν[32]. "Ιδού, κληρονομιά παρά του Κυρίου είναι τα τέκνα μισθός αυτού, ο καρπός της κοιλίας" έλεγε για τα παιδιά ένας Ψαλμός[33] ενώ, σύμφωνα με τα λόγια της Ελισάβετ, της μητέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, η στειρότητα ήταν πραγματικό όνειδος[34].

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Η Παναγία και ο Λαός, του Φώτη Κόντογλου,





Η Παναγία και ο Λαός
Του Φώτη Κόντογλου
Από το βιβλίο «Παναγία και Υπεραγία» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
Ρωμηοσύνη και Ορθοδοξία είναι ένα πράγμα.
Για να μην πάρω τους πολύ παληούς, παίρνω δυο τρεις από εκείνους πού αγωνισθήκανε για την ελευθερία της Ελλάδας, πού όποτε μιλάνε για τη λευτεριά, μιλάνε και για τη θρησκεία.
Ο Ρήγας Φεραίος λέγει: «Να κάνουμε τον όρκο / απάνω στο Σταυρό". Ένας άλλος ποιητής γράφει: «Για της πατρίδας την ελευθερία / για του Χρίστου την πίστη την αγία / γι' αυτά τα δύο πολεμώ, / μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ_ / κι αν δεν τα αποχτήσω / τι μ' ωφελεί να ζήσω;»
Του Σολωμού η ψυχή είναι θρεμ­μένη με τη θρησκεία, γι' αυτό μοσκοβολούνε τα ποιήματα του από δαύτη. Κι αυτή τη μοσκοβολιά τη νιώθει κανένας στην Ημέρα της Λα­μπρής, στη Δέηση της Μαρίας, στη Φαρμακωμένη, Εις Μοναχήν, στον Ύμνο της Ελευθερίας, στο Διάλογο και σε πολλά άλλα
Οι αγράμματοι ποιητές των βου­νών, μέσα στα τραγούδια πού κάνανε, και που δε θα τα φτάξει πο­τέ κανένας γραμματιζούμενος, μιλάνε κάθε τόσο για τη θρησκεία μας, για το Χριστό, για την Παναγιά, για τους δώδεκα Αποστόλους, για τους αγίους. Πολλές παροιμίες και ρητά και λόγια που λέγει ο λαός μας, είναι παρμένα από τα γράμματα της Εκκλησίας. Η Ρωμηοσύνη είναι ζυ­μωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο. Από τότε που γινήκανε χρι­στιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χρίστου και την κάνανε σημαία δική τους: Πίστις και Πατρίς! Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε για την πίστη του Χρι­στού, από τα χρόνια του Νέρωνα και του Διοκλητιανού, έως τα 1838, πού μαρτύρησε ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων. Ποια άλλη φυλή υπόφε­ρε τόσα μαρτύρια για το Χριστό; Αυτό το ακατάλυτο έθνος πού έπρε­πε να πληθύνει και να καπλαντίσει τον κόσμο, απόμεινε ολιγάνθρωπο γιατί αποδεκατίσθηκε επί χίλια οχτακόσια χρόνια από φυλές χριστιανομάχες.
Αγιασμένη Ελλάδα! Είσαι αγιασμένη, γιατί είσαι βασανι­σμένη. Κι η κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ' ένα μαρτύριο σου. Τα πάθη του Χριστού τα 'κανες δικά σου πάθη, τα μαρτύρια των Αγίων είναι δικά σου μαρτύρια. Ο δικός σου ο κλήρος στάθηκε η πίκρα. Θλίβεσαι με τον Χριστό, θλίβεσαι με την Παναγιά, μαρ­τυράς μαζί με τους μάρτυρες της πίστης κι ολοένα κλαις σαν θρηνητικό τρυγόνι στα αγιασμένα μνημούρια πού 'ναι φυτρωμένα απάνω τους αγριοχόρταρα και φλυσκούνια. Πλην η θλίψη σου εσένα είναι κάποια θλίψη χαροποιά, γεμάτη ελπίδα κι αθα­νασία. «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης» κατά τον Σολομώντα. Αυτό είναι το «χαροποιόν πένθος», η «χαρμολύπη» πού λέγει ο άγιος Ιωάν­νης της Κλίμακος. Είναι η αληθινή χαρά πού ξαγοράζεται μονάχα με τον πόνο.
Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ' αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και
ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ' όνο­μα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέ­ρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σή­μερα στη Λειτουργία: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύ­ριος μετά σου. Μεθ' ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Η Θεοτόκος: ο πρώτος τεθεωθείς άνθρωπος, του Αρχιμ. π. Κυρίλλου Κωστοπούλου,


Η Θεοτόκος: ο πρώτος τεθεωθείς άνθρωπος
του Αρχιμανδρίτου π. Κυρίλλου Κωστοπούλου
Ιεροκήρυκα Ι. Μ. Πατρών – Δρ Θεολογίας
Απόσπασμα από το βιβλιο Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Θεολογικές και Φιλοσοφικές Προσεγγίσεις, Πάτρα 2006, σσ. 62-65.
Οι ημέρες του Δεκαπενταυγούστου είναι αφιερωμένες στην Παναγία Θεοτόκο με κορυφαία την ημέρα της Κοιμήσεώς της.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εύστοχα και αληθινά ομολόγησε ότι: «δικαίως καί ἀληθῶς Θεοτόκον τήν Ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν, τοῦτο γάρ τό ὄνομα ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι»1.
Με τον όρο «Θεοτόκος» αναιρούνται όλες οι Χριστολογικές κακοδοξίες, οι οποίες αρνούνται την θεότητα του Θεού Λόγου, αλλά και εκείνες, οι οποίες δεν αποδέχονται την πληρότητα, την ακεραιότητα και αυτήν την υπόσταση της ανθρώπινης φύσεως του Ιησού Χριστού.
Κατά τον προαναφερθέντα Πατέρα της Εκκλησίας μας «οὐ γάρ ἄνθρωπον ψιλόν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Παρθένος, ἀλλά Θεόν ἀληθινόν· οὐ γυμνόν, ἀλλά σεσαρκωμένον, οὐκ οὐρανόθεν τό σῶμα καταγαγόντα... ἀλλ΄ἐξ αὐτῆς ὁμοούσιον ἡμῖν σάρκα ἀναλαβόντα καί ἐν ἑαυτῷ ὐποστήσαντα. Εἰ γάρ οὐρανόθεν τό σῶμα κεκόμισται καί οὐκ ἐκ τῆς καθ’ ἡμᾶς φύσεως εἴληπται, τίς χρεία τῆς ἐναθρωπήσεως;»2.
Πέραν όλων αυτών η Θεοτόκος Μαρία προσωποποιεί την ανθρώπινη αγιότητα. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει χαρακτηριστικά: «Όπως το Πνεύμα το Άγιο προσοποποιεί αυτούσια την κατηγορία της Θείας αγιότητος, έτσι και η Παρθένος, η φανέρωση της αγιότητος, η αγιοφάνεια, προσωποποιεί την ανθρώπινη αγιότητα»3.
Συνδεδεμένη οντολογικά η Θεοτόκος Μαρία με την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος είναι η παρηγοριά η ζωοποιός, η οποία, ως η νέα Εύα (=ζωή), σώζει μέσω του Υιού της και διαφυλάσσει την κτίση όλη. Τοιουτοτρόπως υψώνεται σε εικόνα της Εκκλησίας, σαν μητρική προστασία όλων μας.
Για τον λόγο αυτό στην Βυζαντινή αγιογραφία, η εικόνα, η οποία παριστάνει την Παναγία Βρεφοκρατούσα, είναι εικόνα της Εκκλησίας. Είναι η κοινωνία του θείου και του ανθρωπίνου.
Η ανθρώπινη φύση της Παρθένου, η σάρκα της, γίνεται σάρκα του Χριστού. Έτσι γίνεται «όμαιμος» με τον Υιό της και πραγματώνει τον έσχατο σκοπό, για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, την κατά Χάριν θέωση. Έγινε «μεθόριον κτιστής και ακτίστου φύσεως»4, κατά τον Άγιο Γρογόριο τον Παλαμά. Η Θεοτόκος κατέστη αυτή, «δι’ ἧς Τριάς ἁγιάζεται»5, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας´ Τοιουτοτρόπως, η Εκκλησία εικονίζεται ως διαρκής Θεοτόκος.
Λόγω αυτής της ύψιστης αγιότητος της Θεοτόκου κατανοούμε και την κεντρική θέση της στο χώρο της Ορθοδόξου σωτηριολογίας και εκκλησιολογίας, κυρίως δε στο χώρο της Λειτουργικής ζωής των πιστών της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος, όπως ο Ίδιος έχει πει, είναι η «οδός» και η «θύρα» για τον άνθρωπο. Η Παρθένος Μαρία είναι ο προπορευόμενος άνθρωπος. Πορεύεται εμπρός από την ανθρωπότητα και όλοι εμείς την ακολουθούμε προς την Βασιλεία των ουρανών.
Περνά πρώτη μέσα από τον θάνατο, ο οποίος κατήντησε ανίσχυρος από τον Υιό της, γι’ αυτό και η Εκκλησία ψάλλει: «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε»6.
Αυτό είναι το «πιστεύω» του Ορθοδόξου λαού του Θεού και για τον λόγο αυτό απευθύνεται ημέρα και νύκτα στην κατά χάριν Μητέρα του.
Μέσα στην χάρη της Θεοτόκου πληρούται ο πιστός από θείες δωρεές. Μέσα στο θαύμα της Παρθένου συναντά το θαύμα της Θείας Οικονομίας. Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας είναι το καύχημα και η παρηγοριά μας.
Για τον λόγο αυτό η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά μεγάλως την Θεοτόκο Μαρία, επειδή τιμά και γεραίρει τον Σωτήρα και Υιό της.
Η Παρθένος Μαρία παραμένει στην κορυφή της αγιότητος της Εκκλησίας. Η δόξα της επισκιάζει όλους του πιστούς, οι οποίοι την αποδέχονται και την αγαπούν. Η χάρη της σκέπει τα πάντα και το μεγαλείο της εξαφανίζει κάθε φθαρτό και πρόσκαιρο μεγαλείο. Το θαύμα της αναφλέγει τις καρδιές όλων των αγωνιζομένων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Η Θεοτόκος Μαρία σκέπει και αγιάζει την Ορθοδοξία είναι η σάρκα του Τόκου της. Και ως εκ τούτου, όταν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί επιζητούμε τις πρεσβείες της για την λύτρωσή μας, δεν επιθυμούμε κάποια δικανική μεσιτεία ανθρωπίνης νοητικής συλλήψεως, αλλά γίνεται αποδεκτό από την σωτήριο αγάπη του Υιού της, Θεανρώπου Κυρίου μας.
Υποσημειώσεις
1. ΕΠΕ 1, 334, Θες/Νίκη 1976.
2. Ένθ’ ανωτ., σελ. 332.
3. Mahe V. Rev., d’ Hist. eccles.Περί  της Αγ. Τριάδος, 1909.
4.PG 151, 472B.
5.PG 77, 992.
6.Απολυτίκιο εορτής Κοιμήσεως Θεοτόκου.

O Άγιος Γέροντας Παΐσιος για την Παναγία


Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, 15 Αὐγούστου, ἑορτάζει ἡ Παναγία μας, μέ τήν μεγαλύτερη θεομητορική ἑορτή Της. Δέν εἶναι εὔκολο νά μιλάει κανείς γιά τήν Παναγία, γιατί ὁ λόγος γι᾽ Αὐτήν εἶναι δύσκολος.

Ἡ Θεοτοκολογία εἶναι ὅλη ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μή μπορώντας λοιπόν, χριστιανοί μου, νά σᾶς μιλήσω γιά τήν Παναγία μας, θά καταφύγω στόν ἁγιασμένο Γέροντα, τόν πατέρα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία μας, καί θά πάρω ἀπ᾽ αὐτόν ὀλίγα καί ὡραῖα γιά τό σημερινό μου κήρυγμα.
Τόσο πολύ ὁ ἅγιος Γέροντας ἀγαποῦσε τήν Παναγία, ὥστε ἀλλοιωνόταν καί μόνον ἀκούγοντας τό Ὄνομά Της ΜΑΡΙΑ. Ὅταν τό ἔβλεπε κάπου γραμμένο, ἔκανε τό σταυρό του, τό ἀσπαζόταν μέ εὐλάβεια καί σκίρταγε ἡ καρδιά του.
Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι μπορεῖ κανείς νά κάνει καί ὁλόκληρη Ἀκολουθία ἀσπαζόμενος συνεχῶς τό Ὄνομα τῆς Παναγίας. Τό ἴδιο λέγεται καί γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος εἶχε καί αὐτός θερμή ἀγάπη στή Θεοτόκο.
Ἀκούσαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Γερο-Ὕδρας Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τό χωριό Ἐκκλησούλα τῆς Μεγαλοπόλεως, φύλαγε ὡς θυσαυρό μιά μικρή Εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού εἶχε τά βαθουλώματα τῶν φιλημάτων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σ᾽ Αὐτήν!!!
Ὁ πατήρ Παΐσιος, ὅταν ἤθελε νά πάει νά προσευχηθεῖ στήν Παναγία, ἔκοβε λίγα ἀγριολούλουδα ἔξω ἀπό τήν καλύβη του καί τά πήγαινε στήν Εἰκόνα Της. «Πῶς νά πάω μέ ἄδεια χέρια νά Τήν παρακαλέσω;», ἔλεγε.
Ἤθελε, ὁ ἅγιος Γέροντας, νά πηγαίνουμε ἀφιερώματα στήν Παναγία, ὅ,τι ἔχει ὁ καθένας. Ἔλεγε μάλιστα γιά κάποιον πού πῆγε στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, γιά νά προσκυνήσει τήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα. Ἡ Εἰκόνα αὐτή εἶναι γεμάτη μέ φλουριά. Σκανδαλίσθηκε κάπως ὁ προσκυνητής καί εἶπε, ὅταν ἔφευγε: «Παναγία μου, ἐγώ ἤθελα νά σέ δῶ ἁπλή καί ὄχι μέ φλουριά».
Στό δρόμο ὅμως τόν ἔπιασε ἕνας πόνος δυνατός καί ἔμεινε ἐκεῖ, στήν μέση τοῦ δρόμου, ζητῶντας βοήθεια ἀπό τήν Παναγία. «Παναγία μου, ἔλεγε, κάνε με καλά καί θά Σοῦ φέρω
δυό φλουριά».
Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία, τόν ἔκανε καλά καί τοῦ εἶπε: «Ἔτσι μοῦ τά φέραν τά φλουριά, δέν τά ζήτησα ἐγώ»!
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἤθελε νά «συγγενεύουμε» μέ τήν Παναγία. Καί συγγενεύουμε μέ τήν Παναγία – ἔλεγε –, μέ τήν ταπείνωση, γιατί ἡ Παναγία ἦταν ταπεινή. Ἄς σκεφθοῦμε: Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ Τῆς εἶπε ὅτι θά γεννήσει τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Μεσσία, Αὐτή ὀνόμασε τόν Ἑαυτό Της «δούλη Κυρίου».
«Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου – εἶπε στόν ἀρχάγγελο –, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου»!
Καί ἡ Ἴδια πάλι ἐμεγάλυνε τόν Κύριο λέγοντας, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ». Γιά τήν ταπείνωσή Της ἡ Παναγία κατέχει τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τῆς Κρήτης, λέγει σέ ἕνα τροπάριό του σ᾽ Αὐτήν: «Χαίροις μετά Θεόν ἡ Θεός, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»!
Πρέπει νά προσευχόμαστε, χριστιανοί μου, στήν Παναγία ἀνοίγοντας τήν καρδιά μας σ᾽ Αὐτήν, μιλώντας Της ἐλεύθερα, γιατί εἶναι ἡ Μάνα μας. Μά, μαζί μέ τήν καρδιακή αὐτή δική μας προσευχή, πρέπει νά λέγουμε στήν Παναγία καί τίς προσευχές καί τά τροπάρια πού θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες γ᾽ Αὐτήν.
Οἱ καλύτερες προσευχές στήν Παναγία εἶναι οἱ Παρακλητικοί Κανόνες σ᾽ Αὐτήν καί οἱ Χαιρετισμοί. Ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος συνιστοῦσε πολύ νά διαβάζουν οἱ χριστιανοί κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Τό Θεοτοκάριο εἶναι μιά μεγάλη Συλλογή 62 Κανόνων πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού τούς συγκέντρωσε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀπό χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
 Εἶναι ὑπέροχα, χριστιανοί μου, τά τροπάρια τῶν Κανόνων αὐτῶν καί βοηθάει πολύ τήν ψυχή μας νά διαβάζουμε ἀπό τήν Συλλογή αὐτή, ὅσο μποροῦμε κάθε μέρα.
Ὁ πατήρ Παΐσιος ἔλεγε σέ κάποια Μοναχή: «Νά διαβάζεις κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Αὐτό θά σέ βοηθήσει πολύ νά ἀγαπήσεις τήν Παναγία. Καί νά δεῖς ἡ Παναγία μετά!...Θά σοῦ δώσει μεγάλη παρηγοριά»!
«Καί πότε νά διαβάζω τό Θεοτοκάριο», τόν ρώτησε αὐτή ἡ Μοναχή. «Τό βράδυ ἤ τό πρωί;». «Καλύτερα τίς πρωινές ὧρες – τῆς ἀπήντησε ὁ Γέροντας –, ὥστε αὐτά πού διαβάζεις, νά τά ἔχεις στό νοῦ σου ὅλη τήν ἡμέρα.
Τό Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται ἡ καρδιά καί συγκινεῖται». Καί μνημόνευε ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος τόν Ἁγιορείτη παπα-Κύριλλο, τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Κουλτουμουσίου, πού δέν μποροῦσε νά συγκρατηθεῖ ἀπό τούς λυγμούς καί τά δάκρυα, ὅταν διάβαζε τό Θεοτοκάριο!
Ἀδελφοί Χριστιανοί! Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἰδιαίτερα στά τωρινά τά χρόνια, πού βουλιάζει ἡ πατρίδα μας, πρέπει νά προσευχόμαστε στήν Παναγία, γιά νά μᾶς κάνει τό θαῦμα Της. Θά μᾶς σώσουν ὄχι οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἐπιστήμονες μέ τά κοσμικά τους συστήματα, ἀλλά θά μᾶς σώσει τό Κομποσχοίνι καί τό Θεοτοκάριο, ἡ προσευχή στήν Παναγία μας.
– Χρόνια σας πολλά καί ἡ Παναγία βοήθεια σέ ὅλους μας.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας (Ιωάννου Γεωμέτρου - 10ος αιώνας)


Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξεν εις τούς Αποστόλους, όπου ήδη το εγνώριζαν, το σύμβολον της αναχώρησεώς της, τον φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγορία και αφού τους ομίλησε περί της εξόδου της και τους προθυμοποίησε διά το κήρυγμα, τους εξέθεσε δι’ ολίγων ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους.
Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγουσα, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεω­ρείτε εαυτούς μακάριους, όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και Δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, διά να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του”.
Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της.
Η προσευχή της Θεοτόκου
«Ευλογώ σε”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου, χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου. Ευλογώ σε, οπού μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ’ αυτής μάς έδωσες την ευλογίαν. Ευλογώ σε τον αίτιον όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. Ευλογώ σε Λόγε, όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοίκων εν αυτή δι’ ανεκφράστου τρόπου. Ευλογώ σε, όπου τοιουτοτρόπως μας αγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθείς και να αποθάνεις. Ευλογώ σε, όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πι­στεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, περί των οποίων μου έχεις μιλήσει.
Η παράδοξος κάθοδος του Χριστού
Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχάγγελων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπε οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι’ όσους διέθεταν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επετρέπετο), εκπληττόμενοι διά την δευτέρα Αυτού κένωση και συγκατάβαση. Ό,τι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος, όπως άρμοζε διά την άφιξη του Δεσπότου και την αναχώρηση της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμη της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί. Ο Κύριος ευθύς τους λέγει “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, όπου τότε τους συγκέντρωσε διά τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε διά την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δευτέρου και θετού υιού της.
Ακούοντες οι Μαθηταί αυτήν την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.
Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής. Η ψυχή της ευρίσκεται σε μία συγκίνηση πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθεί μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήσει μετ’ Αυτού. Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνει την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.

Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης. Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου, του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφυράν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτει από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον. Ω, πώς διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το δράμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε. Προσηύχετο διά τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά, οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου, όπως τις διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά και όπως τότε, όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της, και τώρα όπου αυτή εξήρχετο προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.
Ευθύς, όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ’ ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα περί αυτόν λειτουργικά πνεύματα έλαβαν την ψυχή, ενώ οι μαθηταί το σώμα.