Συναξάρια είναι τα εκκλησιαστικά βιβλία, που περιέχουν διηγήσεις για πολλούς αγίους και εορτές. Είναι συλλογές που σχηματίσθηκαν από περιλήψεις Μαρτυρίων και Βίων αγίων από διάφορους μεταγενέστερους συγγραφείς. Το Συναξάρι διαβάζεται στις λατρευτικές συνάξεις, συνήθως μετά την έκτη ωδή των Κανόνων του Όρθρου, και αναφέρεται με συντομία στη ζωή του εορταζόμενου άγιου ή στο περιεχόμενο της εορτής. Το πιο γνωστό Συναξάρι είναι το περίφημο Συναξάριον της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, που διαμορφώθηκε τον 10ο αιώνα. Τα Συναξάρια ουσιαστικά ταυτίζονται με τα Μηνολόγια, τα οποία επίσης κατά ημερολογιακή σειρά παραθέτουν κείμενα σχετικά με τους άγιους και τις εορτές.
ΣΥΝΑΞΑΡΙ 15ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη της άγιας και σεβάσμιας Μετάστασης της άχραντης δέσποινας μας, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, όταν ευδόκησε ο Θεός μας Χριστός να παραλάβει κοντά του τη Μητέρα του, γνωστοποιώντας τη Μετάσταση της από τη γη με άγγελο πριν από τρεις μέρες. Λέει· «Είναι καιρός εσένα τη Μητέρα μου να σε πάρω κοντά μου. Να μη θορυβηθείς λοιπόν καθόλου γι’ αυτό, αλλά χαρούμενη να δεχτείς την είδηση, γιατί μεταβαίνεις στην αθάνατη ζωή».
Όταν το έμαθε αυτό η Θεομήτωρ, χάρηκε πάρα πολύ. Εξαιτίας λοιπόν του πόθου της να πάει προς τον Υιό της, ανεβαίνει στο Όρος των Ελαιών με ζήλο για να προσευχηθεί —συνήθιζε συνέχεια να ανεβαίνει εκεί και να προσεύχεται—, γι’ αυτό και τότε κάτι παράξενο της συμβαίνει. Γέρνουν από μόνα τους τα φυτά του βουνού προς τη γη και σαν να είναι ζωντανοί δούλοι εκπληρώνουν τον οφειλόμενο σεβασμό προς τη Δέσποινα. Μετά την προσευχή της επιστρέφει σπίτι της κι αμέσως ολόκληρο αυτό ταρακουνιέται. Αφού φωταγώγησε ολόκληρο το σπίτι και ευχαρίστησε τον Θεό, συγκεντρώνει τους συγγενείς και τους γείτονες της, καθαρίζει το σπίτι, ετοιμάζει το κρεβάτι της και ό,τι άλλο χρειάζεται για την ταφή της, αποκαλύπτει τα λόγια που της είπε ο άγγελος για τη Μετάσταση της στον ουρανό, και για να πιστέψουν αυτά που τους είπε, τούς δείχνει το βραβείο που της έδωσε. Αυτό ήταν ένα κλαδί φοινικιάς.
Οι γυναίκες που είχαν προσκληθεί, όταν τα άκουσαν αυτά λούστηκαν στους θρήνους και οδύρονταν γοερά. Όταν όμως σταμάτησαν το κλάμα, την παρακαλούσαν να μην τις αφήσει ορφανές. Η Πανάμωμη διαβεβαίωνε όχι μόνον αυτές, αλλά και όλον τον κόσμο, ότι μετά τη Μετάσταση της θα τούς περιφρουρεί και θα τους επιβλέπει, αλλά η μεγάλη λύπη που αισθάνονταν όλοι, εξουδετέρωνε τα παρηγορητικά λόγια της που τους απηύθυνε. Έπειτα καθορίζει το τι θα γίνουν οι δύο χιτώνες της, ορίζει να τούς πάρουν δύο φτωχές χήρες, που ήταν φίλες της και γνωστές, και έπαιρναν τα απαραίτητα εφόδια για τη ζωή τους απ’ αυτήν.