Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Η Παναγία και ο Λαός, του Φώτη Κόντογλου,





Η Παναγία και ο Λαός
Του Φώτη Κόντογλου
Από το βιβλίο «Παναγία και Υπεραγία» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
Ρωμηοσύνη και Ορθοδοξία είναι ένα πράγμα.
Για να μην πάρω τους πολύ παληούς, παίρνω δυο τρεις από εκείνους πού αγωνισθήκανε για την ελευθερία της Ελλάδας, πού όποτε μιλάνε για τη λευτεριά, μιλάνε και για τη θρησκεία.
Ο Ρήγας Φεραίος λέγει: «Να κάνουμε τον όρκο / απάνω στο Σταυρό". Ένας άλλος ποιητής γράφει: «Για της πατρίδας την ελευθερία / για του Χρίστου την πίστη την αγία / γι' αυτά τα δύο πολεμώ, / μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ_ / κι αν δεν τα αποχτήσω / τι μ' ωφελεί να ζήσω;»
Του Σολωμού η ψυχή είναι θρεμ­μένη με τη θρησκεία, γι' αυτό μοσκοβολούνε τα ποιήματα του από δαύτη. Κι αυτή τη μοσκοβολιά τη νιώθει κανένας στην Ημέρα της Λα­μπρής, στη Δέηση της Μαρίας, στη Φαρμακωμένη, Εις Μοναχήν, στον Ύμνο της Ελευθερίας, στο Διάλογο και σε πολλά άλλα
Οι αγράμματοι ποιητές των βου­νών, μέσα στα τραγούδια πού κάνανε, και που δε θα τα φτάξει πο­τέ κανένας γραμματιζούμενος, μιλάνε κάθε τόσο για τη θρησκεία μας, για το Χριστό, για την Παναγιά, για τους δώδεκα Αποστόλους, για τους αγίους. Πολλές παροιμίες και ρητά και λόγια που λέγει ο λαός μας, είναι παρμένα από τα γράμματα της Εκκλησίας. Η Ρωμηοσύνη είναι ζυ­μωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο. Από τότε που γινήκανε χρι­στιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χρίστου και την κάνανε σημαία δική τους: Πίστις και Πατρίς! Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε για την πίστη του Χρι­στού, από τα χρόνια του Νέρωνα και του Διοκλητιανού, έως τα 1838, πού μαρτύρησε ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων. Ποια άλλη φυλή υπόφε­ρε τόσα μαρτύρια για το Χριστό; Αυτό το ακατάλυτο έθνος πού έπρε­πε να πληθύνει και να καπλαντίσει τον κόσμο, απόμεινε ολιγάνθρωπο γιατί αποδεκατίσθηκε επί χίλια οχτακόσια χρόνια από φυλές χριστιανομάχες.
Αγιασμένη Ελλάδα! Είσαι αγιασμένη, γιατί είσαι βασανι­σμένη. Κι η κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ' ένα μαρτύριο σου. Τα πάθη του Χριστού τα 'κανες δικά σου πάθη, τα μαρτύρια των Αγίων είναι δικά σου μαρτύρια. Ο δικός σου ο κλήρος στάθηκε η πίκρα. Θλίβεσαι με τον Χριστό, θλίβεσαι με την Παναγιά, μαρ­τυράς μαζί με τους μάρτυρες της πίστης κι ολοένα κλαις σαν θρηνητικό τρυγόνι στα αγιασμένα μνημούρια πού 'ναι φυτρωμένα απάνω τους αγριοχόρταρα και φλυσκούνια. Πλην η θλίψη σου εσένα είναι κάποια θλίψη χαροποιά, γεμάτη ελπίδα κι αθα­νασία. «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης» κατά τον Σολομώντα. Αυτό είναι το «χαροποιόν πένθος», η «χαρμολύπη» πού λέγει ο άγιος Ιωάν­νης της Κλίμακος. Είναι η αληθινή χαρά πού ξαγοράζεται μονάχα με τον πόνο.
Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ' αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και
ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ' όνο­μα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέ­ρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σή­μερα στη Λειτουργία: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύ­ριος μετά σου. Μεθ' ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Η Θεοτόκος: ο πρώτος τεθεωθείς άνθρωπος, του Αρχιμ. π. Κυρίλλου Κωστοπούλου,


Η Θεοτόκος: ο πρώτος τεθεωθείς άνθρωπος
του Αρχιμανδρίτου π. Κυρίλλου Κωστοπούλου
Ιεροκήρυκα Ι. Μ. Πατρών – Δρ Θεολογίας
Απόσπασμα από το βιβλιο Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Θεολογικές και Φιλοσοφικές Προσεγγίσεις, Πάτρα 2006, σσ. 62-65.
Οι ημέρες του Δεκαπενταυγούστου είναι αφιερωμένες στην Παναγία Θεοτόκο με κορυφαία την ημέρα της Κοιμήσεώς της.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εύστοχα και αληθινά ομολόγησε ότι: «δικαίως καί ἀληθῶς Θεοτόκον τήν Ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν, τοῦτο γάρ τό ὄνομα ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι»1.
Με τον όρο «Θεοτόκος» αναιρούνται όλες οι Χριστολογικές κακοδοξίες, οι οποίες αρνούνται την θεότητα του Θεού Λόγου, αλλά και εκείνες, οι οποίες δεν αποδέχονται την πληρότητα, την ακεραιότητα και αυτήν την υπόσταση της ανθρώπινης φύσεως του Ιησού Χριστού.
Κατά τον προαναφερθέντα Πατέρα της Εκκλησίας μας «οὐ γάρ ἄνθρωπον ψιλόν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Παρθένος, ἀλλά Θεόν ἀληθινόν· οὐ γυμνόν, ἀλλά σεσαρκωμένον, οὐκ οὐρανόθεν τό σῶμα καταγαγόντα... ἀλλ΄ἐξ αὐτῆς ὁμοούσιον ἡμῖν σάρκα ἀναλαβόντα καί ἐν ἑαυτῷ ὐποστήσαντα. Εἰ γάρ οὐρανόθεν τό σῶμα κεκόμισται καί οὐκ ἐκ τῆς καθ’ ἡμᾶς φύσεως εἴληπται, τίς χρεία τῆς ἐναθρωπήσεως;»2.
Πέραν όλων αυτών η Θεοτόκος Μαρία προσωποποιεί την ανθρώπινη αγιότητα. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει χαρακτηριστικά: «Όπως το Πνεύμα το Άγιο προσοποποιεί αυτούσια την κατηγορία της Θείας αγιότητος, έτσι και η Παρθένος, η φανέρωση της αγιότητος, η αγιοφάνεια, προσωποποιεί την ανθρώπινη αγιότητα»3.
Συνδεδεμένη οντολογικά η Θεοτόκος Μαρία με την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος είναι η παρηγοριά η ζωοποιός, η οποία, ως η νέα Εύα (=ζωή), σώζει μέσω του Υιού της και διαφυλάσσει την κτίση όλη. Τοιουτοτρόπως υψώνεται σε εικόνα της Εκκλησίας, σαν μητρική προστασία όλων μας.
Για τον λόγο αυτό στην Βυζαντινή αγιογραφία, η εικόνα, η οποία παριστάνει την Παναγία Βρεφοκρατούσα, είναι εικόνα της Εκκλησίας. Είναι η κοινωνία του θείου και του ανθρωπίνου.
Η ανθρώπινη φύση της Παρθένου, η σάρκα της, γίνεται σάρκα του Χριστού. Έτσι γίνεται «όμαιμος» με τον Υιό της και πραγματώνει τον έσχατο σκοπό, για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, την κατά Χάριν θέωση. Έγινε «μεθόριον κτιστής και ακτίστου φύσεως»4, κατά τον Άγιο Γρογόριο τον Παλαμά. Η Θεοτόκος κατέστη αυτή, «δι’ ἧς Τριάς ἁγιάζεται»5, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας´ Τοιουτοτρόπως, η Εκκλησία εικονίζεται ως διαρκής Θεοτόκος.
Λόγω αυτής της ύψιστης αγιότητος της Θεοτόκου κατανοούμε και την κεντρική θέση της στο χώρο της Ορθοδόξου σωτηριολογίας και εκκλησιολογίας, κυρίως δε στο χώρο της Λειτουργικής ζωής των πιστών της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος, όπως ο Ίδιος έχει πει, είναι η «οδός» και η «θύρα» για τον άνθρωπο. Η Παρθένος Μαρία είναι ο προπορευόμενος άνθρωπος. Πορεύεται εμπρός από την ανθρωπότητα και όλοι εμείς την ακολουθούμε προς την Βασιλεία των ουρανών.
Περνά πρώτη μέσα από τον θάνατο, ο οποίος κατήντησε ανίσχυρος από τον Υιό της, γι’ αυτό και η Εκκλησία ψάλλει: «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε»6.
Αυτό είναι το «πιστεύω» του Ορθοδόξου λαού του Θεού και για τον λόγο αυτό απευθύνεται ημέρα και νύκτα στην κατά χάριν Μητέρα του.
Μέσα στην χάρη της Θεοτόκου πληρούται ο πιστός από θείες δωρεές. Μέσα στο θαύμα της Παρθένου συναντά το θαύμα της Θείας Οικονομίας. Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας είναι το καύχημα και η παρηγοριά μας.
Για τον λόγο αυτό η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά μεγάλως την Θεοτόκο Μαρία, επειδή τιμά και γεραίρει τον Σωτήρα και Υιό της.
Η Παρθένος Μαρία παραμένει στην κορυφή της αγιότητος της Εκκλησίας. Η δόξα της επισκιάζει όλους του πιστούς, οι οποίοι την αποδέχονται και την αγαπούν. Η χάρη της σκέπει τα πάντα και το μεγαλείο της εξαφανίζει κάθε φθαρτό και πρόσκαιρο μεγαλείο. Το θαύμα της αναφλέγει τις καρδιές όλων των αγωνιζομένων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Η Θεοτόκος Μαρία σκέπει και αγιάζει την Ορθοδοξία είναι η σάρκα του Τόκου της. Και ως εκ τούτου, όταν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί επιζητούμε τις πρεσβείες της για την λύτρωσή μας, δεν επιθυμούμε κάποια δικανική μεσιτεία ανθρωπίνης νοητικής συλλήψεως, αλλά γίνεται αποδεκτό από την σωτήριο αγάπη του Υιού της, Θεανρώπου Κυρίου μας.
Υποσημειώσεις
1. ΕΠΕ 1, 334, Θες/Νίκη 1976.
2. Ένθ’ ανωτ., σελ. 332.
3. Mahe V. Rev., d’ Hist. eccles.Περί  της Αγ. Τριάδος, 1909.
4.PG 151, 472B.
5.PG 77, 992.
6.Απολυτίκιο εορτής Κοιμήσεως Θεοτόκου.

O Άγιος Γέροντας Παΐσιος για την Παναγία


Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, 15 Αὐγούστου, ἑορτάζει ἡ Παναγία μας, μέ τήν μεγαλύτερη θεομητορική ἑορτή Της. Δέν εἶναι εὔκολο νά μιλάει κανείς γιά τήν Παναγία, γιατί ὁ λόγος γι᾽ Αὐτήν εἶναι δύσκολος.

Ἡ Θεοτοκολογία εἶναι ὅλη ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μή μπορώντας λοιπόν, χριστιανοί μου, νά σᾶς μιλήσω γιά τήν Παναγία μας, θά καταφύγω στόν ἁγιασμένο Γέροντα, τόν πατέρα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία μας, καί θά πάρω ἀπ᾽ αὐτόν ὀλίγα καί ὡραῖα γιά τό σημερινό μου κήρυγμα.
Τόσο πολύ ὁ ἅγιος Γέροντας ἀγαποῦσε τήν Παναγία, ὥστε ἀλλοιωνόταν καί μόνον ἀκούγοντας τό Ὄνομά Της ΜΑΡΙΑ. Ὅταν τό ἔβλεπε κάπου γραμμένο, ἔκανε τό σταυρό του, τό ἀσπαζόταν μέ εὐλάβεια καί σκίρταγε ἡ καρδιά του.
Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι μπορεῖ κανείς νά κάνει καί ὁλόκληρη Ἀκολουθία ἀσπαζόμενος συνεχῶς τό Ὄνομα τῆς Παναγίας. Τό ἴδιο λέγεται καί γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος εἶχε καί αὐτός θερμή ἀγάπη στή Θεοτόκο.
Ἀκούσαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Γερο-Ὕδρας Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τό χωριό Ἐκκλησούλα τῆς Μεγαλοπόλεως, φύλαγε ὡς θυσαυρό μιά μικρή Εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού εἶχε τά βαθουλώματα τῶν φιλημάτων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σ᾽ Αὐτήν!!!
Ὁ πατήρ Παΐσιος, ὅταν ἤθελε νά πάει νά προσευχηθεῖ στήν Παναγία, ἔκοβε λίγα ἀγριολούλουδα ἔξω ἀπό τήν καλύβη του καί τά πήγαινε στήν Εἰκόνα Της. «Πῶς νά πάω μέ ἄδεια χέρια νά Τήν παρακαλέσω;», ἔλεγε.
Ἤθελε, ὁ ἅγιος Γέροντας, νά πηγαίνουμε ἀφιερώματα στήν Παναγία, ὅ,τι ἔχει ὁ καθένας. Ἔλεγε μάλιστα γιά κάποιον πού πῆγε στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, γιά νά προσκυνήσει τήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα. Ἡ Εἰκόνα αὐτή εἶναι γεμάτη μέ φλουριά. Σκανδαλίσθηκε κάπως ὁ προσκυνητής καί εἶπε, ὅταν ἔφευγε: «Παναγία μου, ἐγώ ἤθελα νά σέ δῶ ἁπλή καί ὄχι μέ φλουριά».
Στό δρόμο ὅμως τόν ἔπιασε ἕνας πόνος δυνατός καί ἔμεινε ἐκεῖ, στήν μέση τοῦ δρόμου, ζητῶντας βοήθεια ἀπό τήν Παναγία. «Παναγία μου, ἔλεγε, κάνε με καλά καί θά Σοῦ φέρω
δυό φλουριά».
Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία, τόν ἔκανε καλά καί τοῦ εἶπε: «Ἔτσι μοῦ τά φέραν τά φλουριά, δέν τά ζήτησα ἐγώ»!
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἤθελε νά «συγγενεύουμε» μέ τήν Παναγία. Καί συγγενεύουμε μέ τήν Παναγία – ἔλεγε –, μέ τήν ταπείνωση, γιατί ἡ Παναγία ἦταν ταπεινή. Ἄς σκεφθοῦμε: Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ Τῆς εἶπε ὅτι θά γεννήσει τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Μεσσία, Αὐτή ὀνόμασε τόν Ἑαυτό Της «δούλη Κυρίου».
«Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου – εἶπε στόν ἀρχάγγελο –, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου»!
Καί ἡ Ἴδια πάλι ἐμεγάλυνε τόν Κύριο λέγοντας, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ». Γιά τήν ταπείνωσή Της ἡ Παναγία κατέχει τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τῆς Κρήτης, λέγει σέ ἕνα τροπάριό του σ᾽ Αὐτήν: «Χαίροις μετά Θεόν ἡ Θεός, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»!
Πρέπει νά προσευχόμαστε, χριστιανοί μου, στήν Παναγία ἀνοίγοντας τήν καρδιά μας σ᾽ Αὐτήν, μιλώντας Της ἐλεύθερα, γιατί εἶναι ἡ Μάνα μας. Μά, μαζί μέ τήν καρδιακή αὐτή δική μας προσευχή, πρέπει νά λέγουμε στήν Παναγία καί τίς προσευχές καί τά τροπάρια πού θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες γ᾽ Αὐτήν.
Οἱ καλύτερες προσευχές στήν Παναγία εἶναι οἱ Παρακλητικοί Κανόνες σ᾽ Αὐτήν καί οἱ Χαιρετισμοί. Ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος συνιστοῦσε πολύ νά διαβάζουν οἱ χριστιανοί κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Τό Θεοτοκάριο εἶναι μιά μεγάλη Συλλογή 62 Κανόνων πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού τούς συγκέντρωσε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀπό χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
 Εἶναι ὑπέροχα, χριστιανοί μου, τά τροπάρια τῶν Κανόνων αὐτῶν καί βοηθάει πολύ τήν ψυχή μας νά διαβάζουμε ἀπό τήν Συλλογή αὐτή, ὅσο μποροῦμε κάθε μέρα.
Ὁ πατήρ Παΐσιος ἔλεγε σέ κάποια Μοναχή: «Νά διαβάζεις κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Αὐτό θά σέ βοηθήσει πολύ νά ἀγαπήσεις τήν Παναγία. Καί νά δεῖς ἡ Παναγία μετά!...Θά σοῦ δώσει μεγάλη παρηγοριά»!
«Καί πότε νά διαβάζω τό Θεοτοκάριο», τόν ρώτησε αὐτή ἡ Μοναχή. «Τό βράδυ ἤ τό πρωί;». «Καλύτερα τίς πρωινές ὧρες – τῆς ἀπήντησε ὁ Γέροντας –, ὥστε αὐτά πού διαβάζεις, νά τά ἔχεις στό νοῦ σου ὅλη τήν ἡμέρα.
Τό Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται ἡ καρδιά καί συγκινεῖται». Καί μνημόνευε ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος τόν Ἁγιορείτη παπα-Κύριλλο, τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Κουλτουμουσίου, πού δέν μποροῦσε νά συγκρατηθεῖ ἀπό τούς λυγμούς καί τά δάκρυα, ὅταν διάβαζε τό Θεοτοκάριο!
Ἀδελφοί Χριστιανοί! Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἰδιαίτερα στά τωρινά τά χρόνια, πού βουλιάζει ἡ πατρίδα μας, πρέπει νά προσευχόμαστε στήν Παναγία, γιά νά μᾶς κάνει τό θαῦμα Της. Θά μᾶς σώσουν ὄχι οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἐπιστήμονες μέ τά κοσμικά τους συστήματα, ἀλλά θά μᾶς σώσει τό Κομποσχοίνι καί τό Θεοτοκάριο, ἡ προσευχή στήν Παναγία μας.
– Χρόνια σας πολλά καί ἡ Παναγία βοήθεια σέ ὅλους μας.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας (Ιωάννου Γεωμέτρου - 10ος αιώνας)


Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξεν εις τούς Αποστόλους, όπου ήδη το εγνώριζαν, το σύμβολον της αναχώρησεώς της, τον φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγορία και αφού τους ομίλησε περί της εξόδου της και τους προθυμοποίησε διά το κήρυγμα, τους εξέθεσε δι’ ολίγων ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους.
Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγουσα, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεω­ρείτε εαυτούς μακάριους, όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και Δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, διά να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του”.
Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της.
Η προσευχή της Θεοτόκου
«Ευλογώ σε”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου, χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου. Ευλογώ σε, οπού μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ’ αυτής μάς έδωσες την ευλογίαν. Ευλογώ σε τον αίτιον όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. Ευλογώ σε Λόγε, όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοίκων εν αυτή δι’ ανεκφράστου τρόπου. Ευλογώ σε, όπου τοιουτοτρόπως μας αγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθείς και να αποθάνεις. Ευλογώ σε, όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πι­στεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, περί των οποίων μου έχεις μιλήσει.
Η παράδοξος κάθοδος του Χριστού
Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχάγγελων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπε οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι’ όσους διέθεταν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επετρέπετο), εκπληττόμενοι διά την δευτέρα Αυτού κένωση και συγκατάβαση. Ό,τι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος, όπως άρμοζε διά την άφιξη του Δεσπότου και την αναχώρηση της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμη της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί. Ο Κύριος ευθύς τους λέγει “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, όπου τότε τους συγκέντρωσε διά τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε διά την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δευτέρου και θετού υιού της.
Ακούοντες οι Μαθηταί αυτήν την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.
Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής. Η ψυχή της ευρίσκεται σε μία συγκίνηση πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθεί μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήσει μετ’ Αυτού. Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνει την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.

Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης. Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου, του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφυράν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτει από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον. Ω, πώς διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το δράμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε. Προσηύχετο διά τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά, οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου, όπως τις διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά και όπως τότε, όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της, και τώρα όπου αυτή εξήρχετο προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.
Ευθύς, όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ’ ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα περί αυτόν λειτουργικά πνεύματα έλαβαν την ψυχή, ενώ οι μαθηταί το σώμα.

Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου καί οἱ εὐεργεσίες της


(Οἱ ἄπιστοι ἀντιλογίες καί ἐχθρικά διακείμενοι στόν Υἱόν της)
Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο θέμα χρεωστοῦμε ἤ καλύτερα ὀφείλουμε μέ ἀγάπη, νά διηγούμαστε τά μεγαλεῖα τῆς Θεομήτορος καί Ἀειπαρθένου Μαριάμ. Κατ’ἐξοχήν δέ, τόν μήνα τῆς Παναγίας, τόν Αὔγουστο.

Ἡ γλυκειά μας ἡ Παναγιά, μέ ἄπειρη χαρά καί ὑπακοή προσέφερε τόν ἑαυτό Της στά παντοδύναμα χέρια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Μέ πόθο, λοιπόν, καί λαχτάρα, οἱ Ὀρθόδοξοι ἄς ἐπιδοθοῦμε σέ ὕμνους δοξολογίας πρός τήν Παρθένο Μαρία, σ’ Ἐκείνην πού τό Ἅγιον Πνεῦμα κατέβηκε νωρίτερα ἀπ’ὅ,τι στούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τήν κατέστησε Κυρία Ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, ἔχουσα τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὡς Ἐκκλησία, δηλ. ὡς μιά συντροφιά Ἁγίων πού εἶχαν ὁμοψυχία, κοινή Ὀρθόδοξη πίστη καί κοινό ὀρθόδοξο φρόνημα, δέχτηκαν τό Ἅγιο Πνεῦμα πού κατέβηκε σ’αὐτούς κατά τήν Πεντηκοστή καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο οὐδέποτε ἡμάρτησαν. Ἀναλυτικότερα αὐτό σημαίνει, καθαρίσθησαν ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἔλαβαν τόν ὕψιστον Θεῖον φωτισμόν, δηλαδή τήν κατά Χάριν θέωσιν.Ἔτσι ὄντες κεκαθαρμένοι ἔλαβαν τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν[1], ὥστε στή συνέχεια νά πορευθοῦν καί νά μαθητεύσουν πάντα τά ἔθνη, μέ ποιόν τρόπο;  διδάσκοντας καί βαπτίζοντας στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ἁγνή Παρθένος Μαριάμ δέχτηκε καί αὐτή μέ ὑπακοή καί ταπείνωση τό Πνεῦμα τό Ἅγιον[2]πού κατέβηκε σ’Αὐτήν, ὡς σέ ἐκλεκτόν σκεῦος,κατά τόν Εὐαγγελισμό, ὅπου ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι διά τῆς δυνάμεως τοῦ Παρακλήτου, θά φέρει τόν Πανένδοξο Καρπό, πού τό ἄρωμά του θά διαπερνᾶ γῆ καί οὐρανό καί ἀπό τόν Ὁποῖον θά τρέφονται ὅλοι οἱ πιστοί[3], ἀπό τόν πρῶτον ὡς τόν τελευταῖον. Τοιουτοτρόπως, ἀπαλλάσσεται ἡ Θεοτόκος,ἅμα τῇ συλλήψει τοῦ Υἱοῦ της, ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα[4], ἀλλά γίνεται ταυτοχρόνως καί ἡ μεσίτρια μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ἀναδεικνύονται ἔτσικαί οἱ πιστοί διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος, μέσῳ τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας Ἀποστόλων, Ἅγιοι, ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φῶς τοῦ κόσμου, ἅλας τῆς γῆς, ἀποκτῶντες τήν ἴδια ἄκτιστη ἐνέργεια μέ Ἐκείνου, τοῦ Παρακλήτου. Μεταμορφώνονται σέ Ἄνθη μυρίπνοα τοῦ Παραδείσου καί κληρονόμους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὀφείλουμε λοιπόν ἀδελφοί μου, καί τώρα καί πάντοτε, νά ἀποφεύγουμε ὅλους τούς ἐχθρούς τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας, ὡς ἀπό κατάρα, πού «φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου...» (Ρωμ., α΄, 22-23). Οἱ τοιοῦτοι, ἐξαιτίας τοῦ τύφου τῆς ὑπερηφανείας, ἀπέβαλαν ἀπό τό Θεάνθρωπο Ἰησοῦ ὅλη τή δόξα καί τήν ἔθεσαν πάνω στούς ὤμους ἐχθίστων θνητῶν ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ἀνύψωσαν σέ νέους ἀλάθητους «μεσσίες» (βλ. Πάπα Ρώμης) διά τοῦ ὁποίου ἀκυρώνεται ἡ μοναδικότητα τοῦ μοναδικοῦ ἀλαθήτου Μεσσία, τοῦ Ἰησοῦ.
Στή συνέχεια κάποιοι ἀπό αὐτούς, Λούθηρος, Καλβίνος καί ἄλλοι, ἀπό ἀντίδραση στόν Παπισμό θεοποίησαν τή φύση, τή λογική, τήν ἐπιστήμη καί μέ συμβουλή τοῦ Ἑωσφόρουἀρνοῦνταιτήν Παναγία ὡς Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο.
Αὐτά τά φοβερά καί βλάσφημα δέν εἶναι ὁ τελευταῖος σταθμός στόν κατήφορο καί στήν καταστροφή τῆς χωρίς Χριστό ἀνθρωπότητος. Ἡ σχετικοποίηση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα καί σέ ἄλλες συνέπειες. Ὅπως στήν ἀποδοχή τῆς ξεδιάντροπης θεωρίας ὅτι ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ μόνη ἀποδεκτή ἀλήθεια, στήν ἀναίσχυντη ἀναγνώριση τοῦ πιθήκου ὡς προπάτορα τοῦ ἀνθρώπου,στό πεῖσμα καί τήν κακία τῶν ἡμερῶν μας ἐναντίον τῆς Κυριακῆς ἀργίας καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μισοῦν ἐπίσης θανάσιμα τήν Ὀρθόδοξη Λειτουργία τῆς Κυριακῆς γιατί δέν ἀντέχουν νά ἀκοῦν τό «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι». Φλέγονται τά σπλάγχνα ὅλων αὐτῶν τῶν πολεμοχαρῶν ἀνθρωπάκων στίς ἐκφωνήσεις: «ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ἐν εἰρήνη προέλθωμεν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἀρνοῦνται πεισματικά τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού λέει: «Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μυστήριο εἰρήνης» καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πού βοᾶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἄσυλος[5], εἰρήνης ἀνάκτορον»καί ἄς λένε ὅτι δῆθεν κόπτονται γιά τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη καί τήν ἐλευθερία. Ἡ γήϊνή τους ἀτμόσφαιρα ἀποπνέει ὀσμή ἐγκλημάτων, αἵματος, βιασμῶν καί βορβορωδῶν σαρκικῶν μίξεων. Ὄντως, αὐτή ἡ πλανεμένη γενιά εἶναι ἡ περισσότερο πλανεμένη στήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἄραγε, θά μπορέσει ποτέ νά ἐπιστρέψει στήν Ἀλήθεια, στόν Χριστό; Μακάρι, τό εὐχόμαστε.
Ἐκτός τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ, τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου Μαριάμ, δέν ὑπάρχει λύση στήν τραγωδία τῆς ἐπίγειας ἱστορίας. Ὅταν, λοιπόν, ἀκοῦμε ὅλους αὐτούς τούς Νεοεποχῖτες ἐχθρούς τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Υἱοῦ της νά ὁμιλοῦν γιά «ἕνωση ἐκκλησιῶν», «ἕνωση θρησκειῶν», «παγκόσμια εἰρήνη», «ἐκκλησία μέ δύο πνεύμονες ἤ δύο κλάδους»[6], ὅλα αὐτά σηματοδοτοῦν τή διαστροφή τῆς πραγματικῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος ἐν ἀγάπῃ καί δικαιοσύνῃ καί ἀληθείᾳ, πού ὁ Ἰησοῦς σφράγισε μέ τή θυσία Του στό Γολγοθᾶ, τήν Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψη καί τήν Ἁγία Πεντηκοστή. Εἶναι ἡ ἀπιστία τῆς Νέας Ἐποχῆς στή δύναμη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων συστημάτων. Τέλος εἶναι βλασφημία στό Ἅγιο Πνεῦμα, ράπισμα στό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ὕβρις στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί Ἐκκλησία καί συνειδητή χειραγώγηση τῶν ἀνθρώπων νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἀντίχριστο.
Βεβαίως, ἐκτός ὅλων ἐκείνων, πού τά ὀνόματά τους ἔχουν γραφεῖ στό Βιβλίο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπό καταβολῆς κόσμου[7].
Στ’ἀλήθεια, αὐτοί οἱ νάνοι δέν δίδουν σημασία στήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, τρέχουν νά βολευθοῦν σέ στοές καί λέσχες, οὕτως ὥστε, ὅταν ἔλθει ὁ ὑπεραιρόμενος, τό βδέλυγμα, νά κατέχουν τήν καλύτερη δυνατή θέση στήν κοινωνία τους μέ τόν ἀρχηγό τους, τόν παγκόσμιο δικτάτορα. Ἀλλά, γιά τοῦτο ἀκριβῶς, πέμψει αὐτοῖς ὁ Θεός ἐνέργεια πλάνης εἰς τό πιστεῦσαι αὐτούς τῷ ψεύδει, ἵνα κριθῶσι πάντες οἱ μή πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ ἀλλ’εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικία.
Ἐν τούτοις, ἀδελφοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ οὐδείς δύναται νά ὑπερισχύσει, τήν Ὀρθοδοξία οὐδείς δύναται νά καταλύσει. Ἄς εὐχαριστήσουμε πάλιν καί πολλάκις τή γλυκειά μας τήν Παναγιά καί ἄς ὑμνήσουμε τήν Ἁγίατης Κοίμηση μέ δάκρυα μετανοίας καί κατανύξεως, ψάλλοντας: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν» (Ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου) καί λέγοντες σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις καί Ἀγγέλοις:
«Ὦ Παρθένε θεία καὶ τώρα οὐράνια, πῶς νὰ περιγράψω ὅλα τὰ προσόντα σου; Πῶς νὰ σὲ δοξάσω, τὸν θησαυρὸ τῆς δόξας; Καὶ ἡ μνήμη σου μόνο ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ· πρὸς ἐσένα καὶ μόνη ἡ κλίσις καθιστᾷ τὸν νοῦ καθαρώτερο, ἀναλαμβάνοντὰς τον ἀμέσως πρὸς θεῖο ὕψος·...Μετάδωσε λοιπὸν πλούσια στὸ λαό σου, σ’αὐτὸν τὸν κλῆρο σου, τὸ ἔλεὸς σου καὶ τὰ χαρίσματὰ σου, ὦ Δέσποινα. Δῶσε λύση τῶν δεινῶν ποὺ μᾶς κατέχουν. Βλέπεις ἀπὸ πόσα καὶ ποιὰ δεινὰ κατατρυχόμαστε, καὶ δικὰ μας καὶ ξένα, καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικά. Μετάτρεψὲ τα μὲ τὴν δύναμή σου ὅλα πρὸς τὸ καλύτερο, τοὺς μὲν εὑρισκομένους μέσα καὶ ὁμοφύλους ἐξημερώνοντας πρὸς ἀλλήλους, τοὺς δὲ ἐπιτιθεμένους ἀπ’ἔξω σὰν ἄγρια θηρία ἀποκρούοντας. Φέρε τὴν βοήθεια καὶ θεραπεία σου ὡς ἀντίμετρο στὰ πάθη μας, κατανέμοντας καὶ στὶς ψυχὲς καὶ στὰ σώματα πλούσια τὴ χάρι, καὶ πρὸς ὅλα διαρκῇ. Καὶ ἄν δὲν τὴν χωροῦμε, κάνε μας χωρητικοτέρους, καὶ κανόνισε τὸ μέτρο κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε, σωζόμενοι καὶ δυναμούμενοι ἀπὸ τὴ χάρι σου, νὰ δοξάζουμε τὸν προαιώνιο Λόγο ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ σένα γιὰ μᾶς μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Γένοιτο.» (Παλαμικόν Ταμεῖον,σελ.436,437 - Ὁμιλία ΛΖ΄Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου...,ΕΠΕ 10,438-462.PG 151,461A-473C).
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ   ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ   ΜΗΝΑ
[1]«...καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.»(Πράξ.,β’,4)
2«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον    ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.» (Λουκ., α΄, 35)
[3]«ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.» (Ἰωάν., στ΄,48)
[4]«Ἦταν λοιπὸν ἀναγκαῖο νὰ γίνῃ ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καὶ νὰ ζήσῃ ἀναμάρτητα, ὥστε ἔτσι νὰ βοηθήση τόν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε μὲ τὴν θέλησί του.» (Παλαμικόν Ταμεῖον, σελ.1774 - Διάλεξις πρὸς τοὺς ἀθέους Χιόνας, ΕΠΕ7, 216-220. Ε.Χ.4, 156-160)
[5]ἄσυλος = ἀπαραβίαστος
[6]«Ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπὲρ ἔλαιον καὶ αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ.νδ΄,22)

[7]«καὶ εἶδον τοὺς νεκρούς, τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς μικρούς, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν· καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς· καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. ...καὶ εἴ τις οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός.»(Ἀποκ.,κ΄,12-15)

Η των απελπισμένων μόνη ελπίς... Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα.
Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.
Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα.
Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.
Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει πόσο αισιόδοξη να είναι, ν' απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους.
Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς.
Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.
Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;
Μονάκριβη ελπίδα του κόσμου Υπεραγία Θεοτόκε.

Υπεραγία Θεοτόκος Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


(Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ π. ΜΩΥΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ)

"Θεοτόκος! Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα.  Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.
Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα. Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.
Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει πόσο αισιόδοξη να είναι, ν' απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους. Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς. Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.
Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;
(+) Του αειμνήστου Μοναχούπ.Μωυσέως, του  Αγιορείτου