Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

O Άγιος Γέροντας Παΐσιος για την Παναγία


Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, 15 Αὐγούστου, ἑορτάζει ἡ Παναγία μας, μέ τήν μεγαλύτερη θεομητορική ἑορτή Της. Δέν εἶναι εὔκολο νά μιλάει κανείς γιά τήν Παναγία, γιατί ὁ λόγος γι᾽ Αὐτήν εἶναι δύσκολος.

Ἡ Θεοτοκολογία εἶναι ὅλη ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μή μπορώντας λοιπόν, χριστιανοί μου, νά σᾶς μιλήσω γιά τήν Παναγία μας, θά καταφύγω στόν ἁγιασμένο Γέροντα, τόν πατέρα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία μας, καί θά πάρω ἀπ᾽ αὐτόν ὀλίγα καί ὡραῖα γιά τό σημερινό μου κήρυγμα.
Τόσο πολύ ὁ ἅγιος Γέροντας ἀγαποῦσε τήν Παναγία, ὥστε ἀλλοιωνόταν καί μόνον ἀκούγοντας τό Ὄνομά Της ΜΑΡΙΑ. Ὅταν τό ἔβλεπε κάπου γραμμένο, ἔκανε τό σταυρό του, τό ἀσπαζόταν μέ εὐλάβεια καί σκίρταγε ἡ καρδιά του.
Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι μπορεῖ κανείς νά κάνει καί ὁλόκληρη Ἀκολουθία ἀσπαζόμενος συνεχῶς τό Ὄνομα τῆς Παναγίας. Τό ἴδιο λέγεται καί γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος εἶχε καί αὐτός θερμή ἀγάπη στή Θεοτόκο.
Ἀκούσαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Γερο-Ὕδρας Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τό χωριό Ἐκκλησούλα τῆς Μεγαλοπόλεως, φύλαγε ὡς θυσαυρό μιά μικρή Εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού εἶχε τά βαθουλώματα τῶν φιλημάτων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σ᾽ Αὐτήν!!!
Ὁ πατήρ Παΐσιος, ὅταν ἤθελε νά πάει νά προσευχηθεῖ στήν Παναγία, ἔκοβε λίγα ἀγριολούλουδα ἔξω ἀπό τήν καλύβη του καί τά πήγαινε στήν Εἰκόνα Της. «Πῶς νά πάω μέ ἄδεια χέρια νά Τήν παρακαλέσω;», ἔλεγε.
Ἤθελε, ὁ ἅγιος Γέροντας, νά πηγαίνουμε ἀφιερώματα στήν Παναγία, ὅ,τι ἔχει ὁ καθένας. Ἔλεγε μάλιστα γιά κάποιον πού πῆγε στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, γιά νά προσκυνήσει τήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα. Ἡ Εἰκόνα αὐτή εἶναι γεμάτη μέ φλουριά. Σκανδαλίσθηκε κάπως ὁ προσκυνητής καί εἶπε, ὅταν ἔφευγε: «Παναγία μου, ἐγώ ἤθελα νά σέ δῶ ἁπλή καί ὄχι μέ φλουριά».
Στό δρόμο ὅμως τόν ἔπιασε ἕνας πόνος δυνατός καί ἔμεινε ἐκεῖ, στήν μέση τοῦ δρόμου, ζητῶντας βοήθεια ἀπό τήν Παναγία. «Παναγία μου, ἔλεγε, κάνε με καλά καί θά Σοῦ φέρω
δυό φλουριά».
Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία, τόν ἔκανε καλά καί τοῦ εἶπε: «Ἔτσι μοῦ τά φέραν τά φλουριά, δέν τά ζήτησα ἐγώ»!
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἤθελε νά «συγγενεύουμε» μέ τήν Παναγία. Καί συγγενεύουμε μέ τήν Παναγία – ἔλεγε –, μέ τήν ταπείνωση, γιατί ἡ Παναγία ἦταν ταπεινή. Ἄς σκεφθοῦμε: Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ Τῆς εἶπε ὅτι θά γεννήσει τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Μεσσία, Αὐτή ὀνόμασε τόν Ἑαυτό Της «δούλη Κυρίου».
«Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου – εἶπε στόν ἀρχάγγελο –, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου»!
Καί ἡ Ἴδια πάλι ἐμεγάλυνε τόν Κύριο λέγοντας, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ». Γιά τήν ταπείνωσή Της ἡ Παναγία κατέχει τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τῆς Κρήτης, λέγει σέ ἕνα τροπάριό του σ᾽ Αὐτήν: «Χαίροις μετά Θεόν ἡ Θεός, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»!
Πρέπει νά προσευχόμαστε, χριστιανοί μου, στήν Παναγία ἀνοίγοντας τήν καρδιά μας σ᾽ Αὐτήν, μιλώντας Της ἐλεύθερα, γιατί εἶναι ἡ Μάνα μας. Μά, μαζί μέ τήν καρδιακή αὐτή δική μας προσευχή, πρέπει νά λέγουμε στήν Παναγία καί τίς προσευχές καί τά τροπάρια πού θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες γ᾽ Αὐτήν.
Οἱ καλύτερες προσευχές στήν Παναγία εἶναι οἱ Παρακλητικοί Κανόνες σ᾽ Αὐτήν καί οἱ Χαιρετισμοί. Ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος συνιστοῦσε πολύ νά διαβάζουν οἱ χριστιανοί κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Τό Θεοτοκάριο εἶναι μιά μεγάλη Συλλογή 62 Κανόνων πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού τούς συγκέντρωσε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀπό χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
 Εἶναι ὑπέροχα, χριστιανοί μου, τά τροπάρια τῶν Κανόνων αὐτῶν καί βοηθάει πολύ τήν ψυχή μας νά διαβάζουμε ἀπό τήν Συλλογή αὐτή, ὅσο μποροῦμε κάθε μέρα.
Ὁ πατήρ Παΐσιος ἔλεγε σέ κάποια Μοναχή: «Νά διαβάζεις κάθε μέρα τό Θεοτοκάριο. Αὐτό θά σέ βοηθήσει πολύ νά ἀγαπήσεις τήν Παναγία. Καί νά δεῖς ἡ Παναγία μετά!...Θά σοῦ δώσει μεγάλη παρηγοριά»!
«Καί πότε νά διαβάζω τό Θεοτοκάριο», τόν ρώτησε αὐτή ἡ Μοναχή. «Τό βράδυ ἤ τό πρωί;». «Καλύτερα τίς πρωινές ὧρες – τῆς ἀπήντησε ὁ Γέροντας –, ὥστε αὐτά πού διαβάζεις, νά τά ἔχεις στό νοῦ σου ὅλη τήν ἡμέρα.
Τό Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται ἡ καρδιά καί συγκινεῖται». Καί μνημόνευε ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος τόν Ἁγιορείτη παπα-Κύριλλο, τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Κουλτουμουσίου, πού δέν μποροῦσε νά συγκρατηθεῖ ἀπό τούς λυγμούς καί τά δάκρυα, ὅταν διάβαζε τό Θεοτοκάριο!
Ἀδελφοί Χριστιανοί! Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἰδιαίτερα στά τωρινά τά χρόνια, πού βουλιάζει ἡ πατρίδα μας, πρέπει νά προσευχόμαστε στήν Παναγία, γιά νά μᾶς κάνει τό θαῦμα Της. Θά μᾶς σώσουν ὄχι οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἐπιστήμονες μέ τά κοσμικά τους συστήματα, ἀλλά θά μᾶς σώσει τό Κομποσχοίνι καί τό Θεοτοκάριο, ἡ προσευχή στήν Παναγία μας.
– Χρόνια σας πολλά καί ἡ Παναγία βοήθεια σέ ὅλους μας.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας (Ιωάννου Γεωμέτρου - 10ος αιώνας)


Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξεν εις τούς Αποστόλους, όπου ήδη το εγνώριζαν, το σύμβολον της αναχώρησεώς της, τον φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγορία και αφού τους ομίλησε περί της εξόδου της και τους προθυμοποίησε διά το κήρυγμα, τους εξέθεσε δι’ ολίγων ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους.
Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγουσα, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεω­ρείτε εαυτούς μακάριους, όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και Δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, διά να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του”.
Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της.
Η προσευχή της Θεοτόκου
«Ευλογώ σε”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου, χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου. Ευλογώ σε, οπού μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ’ αυτής μάς έδωσες την ευλογίαν. Ευλογώ σε τον αίτιον όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. Ευλογώ σε Λόγε, όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοίκων εν αυτή δι’ ανεκφράστου τρόπου. Ευλογώ σε, όπου τοιουτοτρόπως μας αγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθείς και να αποθάνεις. Ευλογώ σε, όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πι­στεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, περί των οποίων μου έχεις μιλήσει.
Η παράδοξος κάθοδος του Χριστού
Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχάγγελων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπε οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι’ όσους διέθεταν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επετρέπετο), εκπληττόμενοι διά την δευτέρα Αυτού κένωση και συγκατάβαση. Ό,τι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος, όπως άρμοζε διά την άφιξη του Δεσπότου και την αναχώρηση της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμη της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί. Ο Κύριος ευθύς τους λέγει “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, όπου τότε τους συγκέντρωσε διά τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε διά την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δευτέρου και θετού υιού της.
Ακούοντες οι Μαθηταί αυτήν την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.
Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής. Η ψυχή της ευρίσκεται σε μία συγκίνηση πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθεί μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήσει μετ’ Αυτού. Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνει την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.

Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης. Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου, του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφυράν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτει από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον. Ω, πώς διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το δράμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε. Προσηύχετο διά τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά, οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου, όπως τις διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά και όπως τότε, όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της, και τώρα όπου αυτή εξήρχετο προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.
Ευθύς, όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ’ ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα περί αυτόν λειτουργικά πνεύματα έλαβαν την ψυχή, ενώ οι μαθηταί το σώμα.

Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου καί οἱ εὐεργεσίες της


(Οἱ ἄπιστοι ἀντιλογίες καί ἐχθρικά διακείμενοι στόν Υἱόν της)
Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο θέμα χρεωστοῦμε ἤ καλύτερα ὀφείλουμε μέ ἀγάπη, νά διηγούμαστε τά μεγαλεῖα τῆς Θεομήτορος καί Ἀειπαρθένου Μαριάμ. Κατ’ἐξοχήν δέ, τόν μήνα τῆς Παναγίας, τόν Αὔγουστο.

Ἡ γλυκειά μας ἡ Παναγιά, μέ ἄπειρη χαρά καί ὑπακοή προσέφερε τόν ἑαυτό Της στά παντοδύναμα χέρια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Μέ πόθο, λοιπόν, καί λαχτάρα, οἱ Ὀρθόδοξοι ἄς ἐπιδοθοῦμε σέ ὕμνους δοξολογίας πρός τήν Παρθένο Μαρία, σ’ Ἐκείνην πού τό Ἅγιον Πνεῦμα κατέβηκε νωρίτερα ἀπ’ὅ,τι στούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τήν κατέστησε Κυρία Ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, ἔχουσα τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὡς Ἐκκλησία, δηλ. ὡς μιά συντροφιά Ἁγίων πού εἶχαν ὁμοψυχία, κοινή Ὀρθόδοξη πίστη καί κοινό ὀρθόδοξο φρόνημα, δέχτηκαν τό Ἅγιο Πνεῦμα πού κατέβηκε σ’αὐτούς κατά τήν Πεντηκοστή καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο οὐδέποτε ἡμάρτησαν. Ἀναλυτικότερα αὐτό σημαίνει, καθαρίσθησαν ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἔλαβαν τόν ὕψιστον Θεῖον φωτισμόν, δηλαδή τήν κατά Χάριν θέωσιν.Ἔτσι ὄντες κεκαθαρμένοι ἔλαβαν τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν[1], ὥστε στή συνέχεια νά πορευθοῦν καί νά μαθητεύσουν πάντα τά ἔθνη, μέ ποιόν τρόπο;  διδάσκοντας καί βαπτίζοντας στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ἁγνή Παρθένος Μαριάμ δέχτηκε καί αὐτή μέ ὑπακοή καί ταπείνωση τό Πνεῦμα τό Ἅγιον[2]πού κατέβηκε σ’Αὐτήν, ὡς σέ ἐκλεκτόν σκεῦος,κατά τόν Εὐαγγελισμό, ὅπου ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι διά τῆς δυνάμεως τοῦ Παρακλήτου, θά φέρει τόν Πανένδοξο Καρπό, πού τό ἄρωμά του θά διαπερνᾶ γῆ καί οὐρανό καί ἀπό τόν Ὁποῖον θά τρέφονται ὅλοι οἱ πιστοί[3], ἀπό τόν πρῶτον ὡς τόν τελευταῖον. Τοιουτοτρόπως, ἀπαλλάσσεται ἡ Θεοτόκος,ἅμα τῇ συλλήψει τοῦ Υἱοῦ της, ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα[4], ἀλλά γίνεται ταυτοχρόνως καί ἡ μεσίτρια μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ἀναδεικνύονται ἔτσικαί οἱ πιστοί διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος, μέσῳ τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας Ἀποστόλων, Ἅγιοι, ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φῶς τοῦ κόσμου, ἅλας τῆς γῆς, ἀποκτῶντες τήν ἴδια ἄκτιστη ἐνέργεια μέ Ἐκείνου, τοῦ Παρακλήτου. Μεταμορφώνονται σέ Ἄνθη μυρίπνοα τοῦ Παραδείσου καί κληρονόμους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὀφείλουμε λοιπόν ἀδελφοί μου, καί τώρα καί πάντοτε, νά ἀποφεύγουμε ὅλους τούς ἐχθρούς τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας, ὡς ἀπό κατάρα, πού «φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου...» (Ρωμ., α΄, 22-23). Οἱ τοιοῦτοι, ἐξαιτίας τοῦ τύφου τῆς ὑπερηφανείας, ἀπέβαλαν ἀπό τό Θεάνθρωπο Ἰησοῦ ὅλη τή δόξα καί τήν ἔθεσαν πάνω στούς ὤμους ἐχθίστων θνητῶν ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ἀνύψωσαν σέ νέους ἀλάθητους «μεσσίες» (βλ. Πάπα Ρώμης) διά τοῦ ὁποίου ἀκυρώνεται ἡ μοναδικότητα τοῦ μοναδικοῦ ἀλαθήτου Μεσσία, τοῦ Ἰησοῦ.
Στή συνέχεια κάποιοι ἀπό αὐτούς, Λούθηρος, Καλβίνος καί ἄλλοι, ἀπό ἀντίδραση στόν Παπισμό θεοποίησαν τή φύση, τή λογική, τήν ἐπιστήμη καί μέ συμβουλή τοῦ Ἑωσφόρουἀρνοῦνταιτήν Παναγία ὡς Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο.
Αὐτά τά φοβερά καί βλάσφημα δέν εἶναι ὁ τελευταῖος σταθμός στόν κατήφορο καί στήν καταστροφή τῆς χωρίς Χριστό ἀνθρωπότητος. Ἡ σχετικοποίηση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα καί σέ ἄλλες συνέπειες. Ὅπως στήν ἀποδοχή τῆς ξεδιάντροπης θεωρίας ὅτι ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ μόνη ἀποδεκτή ἀλήθεια, στήν ἀναίσχυντη ἀναγνώριση τοῦ πιθήκου ὡς προπάτορα τοῦ ἀνθρώπου,στό πεῖσμα καί τήν κακία τῶν ἡμερῶν μας ἐναντίον τῆς Κυριακῆς ἀργίας καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μισοῦν ἐπίσης θανάσιμα τήν Ὀρθόδοξη Λειτουργία τῆς Κυριακῆς γιατί δέν ἀντέχουν νά ἀκοῦν τό «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι». Φλέγονται τά σπλάγχνα ὅλων αὐτῶν τῶν πολεμοχαρῶν ἀνθρωπάκων στίς ἐκφωνήσεις: «ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ἐν εἰρήνη προέλθωμεν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἀρνοῦνται πεισματικά τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού λέει: «Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μυστήριο εἰρήνης» καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πού βοᾶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἄσυλος[5], εἰρήνης ἀνάκτορον»καί ἄς λένε ὅτι δῆθεν κόπτονται γιά τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη καί τήν ἐλευθερία. Ἡ γήϊνή τους ἀτμόσφαιρα ἀποπνέει ὀσμή ἐγκλημάτων, αἵματος, βιασμῶν καί βορβορωδῶν σαρκικῶν μίξεων. Ὄντως, αὐτή ἡ πλανεμένη γενιά εἶναι ἡ περισσότερο πλανεμένη στήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἄραγε, θά μπορέσει ποτέ νά ἐπιστρέψει στήν Ἀλήθεια, στόν Χριστό; Μακάρι, τό εὐχόμαστε.
Ἐκτός τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ, τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου Μαριάμ, δέν ὑπάρχει λύση στήν τραγωδία τῆς ἐπίγειας ἱστορίας. Ὅταν, λοιπόν, ἀκοῦμε ὅλους αὐτούς τούς Νεοεποχῖτες ἐχθρούς τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Υἱοῦ της νά ὁμιλοῦν γιά «ἕνωση ἐκκλησιῶν», «ἕνωση θρησκειῶν», «παγκόσμια εἰρήνη», «ἐκκλησία μέ δύο πνεύμονες ἤ δύο κλάδους»[6], ὅλα αὐτά σηματοδοτοῦν τή διαστροφή τῆς πραγματικῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος ἐν ἀγάπῃ καί δικαιοσύνῃ καί ἀληθείᾳ, πού ὁ Ἰησοῦς σφράγισε μέ τή θυσία Του στό Γολγοθᾶ, τήν Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψη καί τήν Ἁγία Πεντηκοστή. Εἶναι ἡ ἀπιστία τῆς Νέας Ἐποχῆς στή δύναμη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων συστημάτων. Τέλος εἶναι βλασφημία στό Ἅγιο Πνεῦμα, ράπισμα στό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ὕβρις στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί Ἐκκλησία καί συνειδητή χειραγώγηση τῶν ἀνθρώπων νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἀντίχριστο.
Βεβαίως, ἐκτός ὅλων ἐκείνων, πού τά ὀνόματά τους ἔχουν γραφεῖ στό Βιβλίο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπό καταβολῆς κόσμου[7].
Στ’ἀλήθεια, αὐτοί οἱ νάνοι δέν δίδουν σημασία στήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, τρέχουν νά βολευθοῦν σέ στοές καί λέσχες, οὕτως ὥστε, ὅταν ἔλθει ὁ ὑπεραιρόμενος, τό βδέλυγμα, νά κατέχουν τήν καλύτερη δυνατή θέση στήν κοινωνία τους μέ τόν ἀρχηγό τους, τόν παγκόσμιο δικτάτορα. Ἀλλά, γιά τοῦτο ἀκριβῶς, πέμψει αὐτοῖς ὁ Θεός ἐνέργεια πλάνης εἰς τό πιστεῦσαι αὐτούς τῷ ψεύδει, ἵνα κριθῶσι πάντες οἱ μή πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ ἀλλ’εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικία.
Ἐν τούτοις, ἀδελφοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ οὐδείς δύναται νά ὑπερισχύσει, τήν Ὀρθοδοξία οὐδείς δύναται νά καταλύσει. Ἄς εὐχαριστήσουμε πάλιν καί πολλάκις τή γλυκειά μας τήν Παναγιά καί ἄς ὑμνήσουμε τήν Ἁγίατης Κοίμηση μέ δάκρυα μετανοίας καί κατανύξεως, ψάλλοντας: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν» (Ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου) καί λέγοντες σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις καί Ἀγγέλοις:
«Ὦ Παρθένε θεία καὶ τώρα οὐράνια, πῶς νὰ περιγράψω ὅλα τὰ προσόντα σου; Πῶς νὰ σὲ δοξάσω, τὸν θησαυρὸ τῆς δόξας; Καὶ ἡ μνήμη σου μόνο ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ· πρὸς ἐσένα καὶ μόνη ἡ κλίσις καθιστᾷ τὸν νοῦ καθαρώτερο, ἀναλαμβάνοντὰς τον ἀμέσως πρὸς θεῖο ὕψος·...Μετάδωσε λοιπὸν πλούσια στὸ λαό σου, σ’αὐτὸν τὸν κλῆρο σου, τὸ ἔλεὸς σου καὶ τὰ χαρίσματὰ σου, ὦ Δέσποινα. Δῶσε λύση τῶν δεινῶν ποὺ μᾶς κατέχουν. Βλέπεις ἀπὸ πόσα καὶ ποιὰ δεινὰ κατατρυχόμαστε, καὶ δικὰ μας καὶ ξένα, καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικά. Μετάτρεψὲ τα μὲ τὴν δύναμή σου ὅλα πρὸς τὸ καλύτερο, τοὺς μὲν εὑρισκομένους μέσα καὶ ὁμοφύλους ἐξημερώνοντας πρὸς ἀλλήλους, τοὺς δὲ ἐπιτιθεμένους ἀπ’ἔξω σὰν ἄγρια θηρία ἀποκρούοντας. Φέρε τὴν βοήθεια καὶ θεραπεία σου ὡς ἀντίμετρο στὰ πάθη μας, κατανέμοντας καὶ στὶς ψυχὲς καὶ στὰ σώματα πλούσια τὴ χάρι, καὶ πρὸς ὅλα διαρκῇ. Καὶ ἄν δὲν τὴν χωροῦμε, κάνε μας χωρητικοτέρους, καὶ κανόνισε τὸ μέτρο κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε, σωζόμενοι καὶ δυναμούμενοι ἀπὸ τὴ χάρι σου, νὰ δοξάζουμε τὸν προαιώνιο Λόγο ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ σένα γιὰ μᾶς μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Γένοιτο.» (Παλαμικόν Ταμεῖον,σελ.436,437 - Ὁμιλία ΛΖ΄Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου...,ΕΠΕ 10,438-462.PG 151,461A-473C).
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ   ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ   ΜΗΝΑ
[1]«...καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.»(Πράξ.,β’,4)
2«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον    ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.» (Λουκ., α΄, 35)
[3]«ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.» (Ἰωάν., στ΄,48)
[4]«Ἦταν λοιπὸν ἀναγκαῖο νὰ γίνῃ ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καὶ νὰ ζήσῃ ἀναμάρτητα, ὥστε ἔτσι νὰ βοηθήση τόν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε μὲ τὴν θέλησί του.» (Παλαμικόν Ταμεῖον, σελ.1774 - Διάλεξις πρὸς τοὺς ἀθέους Χιόνας, ΕΠΕ7, 216-220. Ε.Χ.4, 156-160)
[5]ἄσυλος = ἀπαραβίαστος
[6]«Ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπὲρ ἔλαιον καὶ αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ.νδ΄,22)

[7]«καὶ εἶδον τοὺς νεκρούς, τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς μικρούς, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν· καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς· καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. ...καὶ εἴ τις οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός.»(Ἀποκ.,κ΄,12-15)

Η των απελπισμένων μόνη ελπίς... Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα.
Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.
Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα.
Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.
Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει πόσο αισιόδοξη να είναι, ν' απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους.
Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς.
Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.
Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;
Μονάκριβη ελπίδα του κόσμου Υπεραγία Θεοτόκε.

Υπεραγία Θεοτόκος Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


(Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ π. ΜΩΥΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ)

"Θεοτόκος! Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα.  Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.
Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα. Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.
Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει πόσο αισιόδοξη να είναι, ν' απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους. Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς. Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.
Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;
(+) Του αειμνήστου Μοναχούπ.Μωυσέως, του  Αγιορείτου

Κοίμησις τῆς Θεοτόκου - Ὕλη καὶ πνεῦμα, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου Γράφει ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης


«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα εὐαγγέλια. Σ᾿αὐτὸ ὁ Κύριος δίνει ἀπάντησι σ᾿ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Τὸ ἐρώτημα εἶνε· Ὑπάρχει μόνο ὕλη, ἢ ὑπάρχει καὶ πνεῦμα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ πνεῦμα, τότε ποιό ἀπὸ τὰ δύο εἶνε ἀνώτερο καὶ ποιο θὰ προτιμοῦμε, τὴν ὕλη ἢ τὸ πνεῦμα; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίνει ἀπάντησι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δώσετε προσοχή.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πῆγε στὴ Βηθανία σ᾿ ἕνα φτωχόσπιτο, ὅπου κατοικοῦσαν τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος, ποὺ ἀργότερα θὰ τὸν ἀναστήσῃ ὁ Κύριος, ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή του, καὶ ἡ ἄλλη ἀδελφή του ἡ Μαρία. Ἡ χαρά, ποὺ δοκίμασαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Καὶ ἡ μὲν Μάρθα νόμισε, ὅτι θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο ἂν ἑτοιμάσῃ ἕνα καλὸ τραπέζι. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησε τὸ Χριστὸ καὶ πῆγε στὴν κουζῖνα.
Ἡ Μαρία ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς μέσα στὸ σπίτι μέχρις ὅτου βγῆκε, δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου ἀπὸ τὴ συντροφιά του. Σὰν σφουγγάρι ῥουφοῦσε ὅλα τὰ λόγια του, ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στὸν κόσμο· ὅπως παρηγορεῖ ὁ Χριστὸς δὲν σὲ παρηγορεῖ κανένας. Μόνο τὰ δικά του λόγια δίνουν φτεροῦγες καὶ ὑψώνουν τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πολὺ ψηλά, γιὰ νὰ αἰσθανθῇ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.
Ἡ Μάρθα κάποια στιγμὴ κουράστηκε μέσα στὴν κουζῖνα. Βγαίνει, ὅπως ἦταν ἀνασκουμπωμένη, καὶ λέει· «Κύριε, δὲν μὲ λυπᾶστε; Ἡ ἀδελφή μου μ᾿ ἄφησε μόνη. Δὲν τῆς λές, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸ κάθισμα καὶ νά ᾿ρθῃ μέσα στὴν κουζῖνα νὰ μὲ βοηθήσῃ;». Καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ ξέρει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ζύγισε τὴ Μάρθα, ζύγισε τὴ Μαρία, καὶ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»(Λουκ. 10,41-42). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Εἶνε σὰν νὰ ἔλεγε· Μάρθα, στὸ φτωχικό σου δὲν ἦρθα γιὰ φαΐ.
Ὅπως ἡ ἀδελφή σου ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ ἔρθῃς ἐδῶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ὅσο γιὰ τὸ φαγητό, μετὰ τὴ διδασκαλία κάτι θὰ βρεθῇ νὰ φᾶμε. Ἐδῶ ἦρθα νὰ δώσω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ Μαρία «τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο»(Λουκ. 10,41-42)· διάλεξε τὸ καλύτερο, διάλεξε ὄχι τὴν ὕλη ἀλλὰ τὸ πνεῦμα.
Νομίζω, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε ἡ φωτογραφία ὅλων μας. Καὶ σήμερα βρίσκουμε ἀνάλογα παραδείγματα. Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδι τί σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι σήμερα; ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν «ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι» τὴν οἰκουμένην ὅλην, αὐτὰ σκέπτονται; Ὁ κόσμος σήμερα ἔχει πέσει στὴν ὕλη. Ὅλοι, μὲ διαφόρους τρόπους, κυνηγοῦν τὸ χρῆμα. Πῶς τὰ ἑκατὸ νὰ τὰ κάνουν διακόσα, τὰ διακόσα νὰ τὰ κάνουν τετρακόσα… Συνεχῶς τρέχουν λαχανιασμένοι, σὰν τὸ σκύλο ποὺ ἀσθμαίνει μὲ τὴ γλῶσσα ἔξω.
Λένε γιὰ κάποιον ἀρχαῖο βασιλέα, ὅτι δὲν κοίταζε ἄλλο παρὰ μόνο πῶς νὰ θησαυρίσῃ. Παρακαλοῦσε τοὺς θεοὺς νὰ τοῦ κάνουν τὴ χάρι, ὅ,τι πιάνει νὰ γίνεται χρυσάφι. Καὶ οἱ θεοί, λέει, ἄκουσαν τὴν προσευχή του· καὶ ἔπιανε πέτρες γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ξύλα γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ζῷα γίνονταν χρυσᾶ μοσχάρια, ἔπιανε λουλούδια γίνονταν κι αὐτὰ χρυσᾶ. Κάθισε στὸ τραπέζι νὰ φάῃ, ἔγιναν καὶ τὰ πιάτα καὶ τὸ φαῒ χρυσᾶ. Τέλος ἄγγιξε καὶ τὴν κόρη του καὶ ἔγινε κι αὐτὴ χρυσὸ ἄγαλμα.
Τότε κατάλαβε, ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀνώτερα ἀπὸ τὸ χρυσάφι. Ὑπάρχουν τὰ λουλούδια ποὺ μυρίζουν, τὰ ἀηδόνια ποὺ κελαϊδοῦν, ἡ γυναίκα ποὺ ἀγαπάει, τὰ παιδιὰ μὲ τὴ στοργὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους. Ὑπάρχουν ἰδέες ἀθάνατες. Κατάλαβε, ὅτι τὸ χρυσάφι δὲν εἶνε θεός. Καὶ ἐν τέλει οἱ θεοὶ τὸν σπλαχνίστηκαν καὶ τὸν ἐπανέφεραν στὴν προηγουμένη κατάστασι.
Ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι λάτρεις τοῦ μπεζαχτᾶ, τῶν χρημάτων, τῶν δολλαρίων. Θεὸ ἔχουν ὄχι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν – ψέματα λένε· θεὸ ἔχουν τὸν χρυσό. Ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα ἄλλοι στὸ χρῆμα κι ἄλλοι στὴ σάρκα, στὸ βοῦρκο, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ζῷα. Ἔχουν σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32)· γλέντι, χορός, διασκέδασι, θέατρο, κινηματογράφος, πάρτυ, κρουαζιέρες κ.λπ..
Καὶ οἱ νέοι μας; Ὤ οἱ νέοι μας! Τί τραγούδια ψάλλουν; Μιὰ νεότης, ποὺ πῆρε κάποτε τὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Πίνδου καὶ τὶς ἕνωσε μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τώρα ποῦ ἔπεσε; Στὰ τυχερὰ παιχνίδια καὶ στὸν τεντυμποϊσμό. Θεός τους τὸ ποδόσφαιρο, ἡ μπάλλα. Ἂν τεντώσῃς τ᾽ αὐτί σου, θ᾿ ἀκούσῃς ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ ἔρωτες, ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ πιοτά, ἄλλος γιὰ χαρτοπαίγνια…
Ἄχ, ἀδελφοί μου, ὁ κόσμος ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ περπατάει στὰ σοκάκια τοῦ διαβόλου. Σ᾿ ἕνα τέτοιο κόσμο λοιπόν, ποὺ εἶνε ἀπορροφημένος μόνο ἀπὸ τὶς ἡδονές, ἀπὸ τὶς διασκεδάσεις κι ἀπὸ τὸ ἄτιμο χρῆμα, ἀκούγεται σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· «Μάρθα Μάρθα», κόσμε κόσμε, «μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δε ἐστι χρεία».
Ὁ κόσμος σήμερα εἶνε δραστήριος στὸ νὰ φτειάχνῃ ῥόδες, βίδες, δορυφόρους, ὑλικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα· ἀλλὰ γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ τὴν καλυτέρευσι τοῦ ἠθικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ του βίου, εἶνε ἀδρανὴς σὰν τὴ χελώνα. Ἀδιαφορεῖ. Ἔχει χρόνια νὰ πατήσῃ στὴν ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία θὰ ᾿ρθῇ πιὰ νεκρός. Καὶ ἂν πῇς, Χριστιανέ μου, γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ ἐκτελέσῃς τὰ θρησκευτικά σου καθήκοντα; ἀμέσως στερεότυπη ἡ ἀπάντησι· «Δὲν ἔχω καιρό». Ἀπὸ τὶς εἰκοσιτέσσερις ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου, ἐσὺ μάνα, ἐσὺ παιδί, δὲν μπορεῖς νὰ κόψῃς δέκα λεπτὰ γιὰ νὰ δοξάσῃς τὸ Δημιουργό σου; Ἐσὺ κοπέλλα μου, ποὺ τρῶς ὧρες ὁλόκληρες μπροστὰ στὸν καθρέφτη γιὰ νὰ θαυμάζῃς τὸ εἴδωλό σου τὸ φθαρτό, γιὰ νὰ περιποιῆσαι τὰ μαλλιά σου, τὰ νύχια σου, τὸ κορμί σου ποὺ θὰ σαπίσῃ μέσα στὴ μαύρη γῆ, δὲν σοῦ περισσεύουν δέκα λεπτά, ν᾿ ἀνοίξῃς τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ διαβάσῃς ἁγία Γραφή, βίους τῶν ἁγίων; Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος;… Ἔχουμε καιρὸ νὰ ἀγρυπνοῦμε γιὰ διασκεδάσεις μέσ᾿ στὰ «μαντριὰ» τοῦ διαβόλου, μὰ στὴν ἐκκλησία σβήσανε τὰ ἅγια, οἱ καντῆλες, τὰ πάντα. Δὲν ὑπάρχουν πλέον ἱερὲς ἀγρυπνίες… «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Κάποιο ἀνέκδοτο λέει τὸ ἑξῆς. Μιὰ μέρα σ᾿ ἕνα ὑπερωκεάνιο ταξίδευαν περίπου χίλιοι ἐπιβάτες. Ἦταν γαλήνη. Ἀλλὰ ἡ θάλασσα εἶνε ἄστατη. Σὲ λίγο τὰ κύματα σηκώθηκαν τόσο, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ πλοῖο κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ.
Ὁ πλοίαρχος βλέποντας τὸν κίνδυνο διατάζει τὰ πάρουν ὅλοι τὰ σωσίβια καὶ νὰ κατεβοῦν στὶς βάρκες. Ὅλοι κατέβηκαν. Ἕνας μόνο δὲν ἐννοοῦσε ν᾿ ἀφήσῃ τὸ καράβι. Αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη πῆγε κι ἄνοιξε τὴ βαλίτσα καὶ μετροῦσε τὶς λίρες του. Καὶ μόνο αὐτό; Καθὼς τὸ πλοῖο ἔμεινε ἐγκαταλελειμμένο καὶ οἱ ἄνθρωποι ζητώντας νὰ σώσουν τὴ ζωή τους εἶχαν ἀφήσει πολύτιμα πράγματα, αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ μαζέψῃ κι ἄλλα. Σὰν τὸ κοράκι, ποὺ πέφτει στὸ ψοφίμι καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τ᾿ ἀφήσῃ, ἔτσι κι αὐτὸς ἦταν ῥιγμένος στὸ χρυσίο καὶ τὸ ἀργύριο. Τοῦ φωνάζουν· κανένα ἐνδιαφέρον αὐτός. Ὥσπου στὸ τέλος, μὲ μιὰ ἀπότομη κλίσι, τὸ πλοῖο βυθίζεται καὶ παίρνει κι αὐτὸν στὸ βυθὸ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα καὶ μὲ ὅλα του τὰ πολύτιμα!
Καταλάβατε; Ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ζωή μας· θάλασσα εἶνε καὶ ταξιδεύουμε ὅλοι. Τελικὰ κανένας δὲν θὰ μείνῃ μέσα στὸ πλοῖο. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ τέλος. Κόσμε, βγῆτε ἔξω, κατεβῆτε στὴν σωτήριο λέμβο. Καὶ ποιά εἶνε ἡ σωτήριος λέμβος; Εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε ἡ πίστι, εἶνε ἡ μετάνοια. Ὅσο ἔχουμε ἀκόμη καιρό, ἀδελφοί μου, ἂς σπεύσουμε.
Πέρασαν τὰ χρονάκια τῆς ζωῆς μας. Σὲ πολλοὺς τὰ χιόνια κάθησαν στὰ μαλλιά. Ὁ κό- σμος ἐτοῦτος περνᾷ. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδέν τὰ πλούτη, μηδέν ἡ νεότης, μηδέν τὰ κάλλη… Ἕνα μένει, ἕνας μόνο ἀξίζει νὰ λατρεύεται, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ δίψα, ποὺ εἶχε ἡ Μαρία γιὰ τὸ Χριστό, νὰ ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς. Τὸν Χριστὸ νὰ ἀγαπήσουμε, καὶ αὐτὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Η Παναγία και το ελληνικό γένος Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας


Από το 626 μ.Χ., όταν οι Έλληνες της Ρωμανίας (Βυζαντίου) ανακήρυξαν τη Θεοτόκο σε Υπέρμαχο Στρατηγό, η οποία σώζει τη Βασιλεύουσα και το Γένος, αισθανόμαστε την Παναγία πολύ κοντά στον λαό μας και στις εθνικές περιπέτειές μας.
Πολύ σωστά οι θεολόγοι θα μας θυμίσουν ότι ο Χριστός ήλθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους και ότι δεν είναι σωστό να συνδέουμε τη Θεοτόκο μόνο με ένα έθνος. Όμως η Παναγία βοηθεί τους αδικουμένους όταν κινδυνεύουν από «επιδρομής αλλοφύλων» και ο Ελληνισμός υπήρξε πολλές φορές αδικημένος. Γι’ αυτό και άλλοτε και σήμερα την τιμούμε ως Μητέρα μας.
Στην Παναγία εστράφη η προσευχή και η ελπίδα των υποδούλων μετά την Άλωση του 1453. «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά Σου θα 'ναι» ήταν οι στίχοι που εξέφρασαν τη Μεγάλη Ιδέα.
Την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 25 Μαρτίου, όρισε η Φιλική Εταιρεία για να ξεκινήσει συντονισμένα ο Μεγάλος Ξεσηκωμός. Το μαρτυρούν τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 και ματαιοπονούν οι δήθεν προοδευτικοί που χλευάζουν την ημερομηνία ως επινοηθείσα εκ των υστέρων. Άλλωστε, στην Παναγία έκανε τα τάματά του πριν από τις μεγάλες μάχες ο θρυλικός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Την Παναγία έφεραν ως σύμβολο Πίστης και ελπίδας διάφορες σφραγίδες τοπικών Βουλών πριν και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Η Βουλή των Ψαρών είχε στη σφραγίδα της την Παναγία και τον άγιο Νικόλαο. Η πρώτη Επαναστατική Επιτροπή της Κρήτης το 1821 έθεσε στη σφραγίδα της την Παναγία του Λουτρού.
Τον τρίτο χρόνο της Εθνεγερσίας η εύρεση της εικόνας της Μεγαλόχαρης στην Τήνο αναζωπύρωσε τις ελπίδες των αγωνιζομένων και θεωρήθηκε μήνυμα ελευθερίας. Ήταν στις 30/1/1823 όταν η σκαπάνη βρήκε τη θαυματουργή εικόνα, την οποία είδε στο όραμά της η οσία Πελαγία.
Τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου του 1940 χαρακτήρισαν ως μεγάλη προσβολή οι πρόγονοί μας και υπό την προστασία της Παναγίας έγραψαν την εποποιία των βορειοηπειρωτικών βουνών. Και στην Παναγία Σουμελά του Βερμίου και της Τραπεζούντας προσέρχονται οι ξεριζωμένοι Πόντιοι για να τονίσουν ότι δεν ξεχνούν τις ρίζες τους.

«Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον»!