Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Υπεραγία Θεοτόκος Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


(Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ π. ΜΩΥΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ)

"Θεοτόκος! Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα.  Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.
Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα. Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.
Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει πόσο αισιόδοξη να είναι, ν' απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους. Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς. Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.
Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;
(+) Του αειμνήστου Μοναχούπ.Μωυσέως, του  Αγιορείτου

Κοίμησις τῆς Θεοτόκου - Ὕλη καὶ πνεῦμα, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου Γράφει ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης


«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα εὐαγγέλια. Σ᾿αὐτὸ ὁ Κύριος δίνει ἀπάντησι σ᾿ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Τὸ ἐρώτημα εἶνε· Ὑπάρχει μόνο ὕλη, ἢ ὑπάρχει καὶ πνεῦμα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ πνεῦμα, τότε ποιό ἀπὸ τὰ δύο εἶνε ἀνώτερο καὶ ποιο θὰ προτιμοῦμε, τὴν ὕλη ἢ τὸ πνεῦμα; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίνει ἀπάντησι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δώσετε προσοχή.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πῆγε στὴ Βηθανία σ᾿ ἕνα φτωχόσπιτο, ὅπου κατοικοῦσαν τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος, ποὺ ἀργότερα θὰ τὸν ἀναστήσῃ ὁ Κύριος, ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή του, καὶ ἡ ἄλλη ἀδελφή του ἡ Μαρία. Ἡ χαρά, ποὺ δοκίμασαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Καὶ ἡ μὲν Μάρθα νόμισε, ὅτι θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο ἂν ἑτοιμάσῃ ἕνα καλὸ τραπέζι. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησε τὸ Χριστὸ καὶ πῆγε στὴν κουζῖνα.
Ἡ Μαρία ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς μέσα στὸ σπίτι μέχρις ὅτου βγῆκε, δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου ἀπὸ τὴ συντροφιά του. Σὰν σφουγγάρι ῥουφοῦσε ὅλα τὰ λόγια του, ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στὸν κόσμο· ὅπως παρηγορεῖ ὁ Χριστὸς δὲν σὲ παρηγορεῖ κανένας. Μόνο τὰ δικά του λόγια δίνουν φτεροῦγες καὶ ὑψώνουν τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πολὺ ψηλά, γιὰ νὰ αἰσθανθῇ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.
Ἡ Μάρθα κάποια στιγμὴ κουράστηκε μέσα στὴν κουζῖνα. Βγαίνει, ὅπως ἦταν ἀνασκουμπωμένη, καὶ λέει· «Κύριε, δὲν μὲ λυπᾶστε; Ἡ ἀδελφή μου μ᾿ ἄφησε μόνη. Δὲν τῆς λές, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸ κάθισμα καὶ νά ᾿ρθῃ μέσα στὴν κουζῖνα νὰ μὲ βοηθήσῃ;». Καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ ξέρει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ζύγισε τὴ Μάρθα, ζύγισε τὴ Μαρία, καὶ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»(Λουκ. 10,41-42). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Εἶνε σὰν νὰ ἔλεγε· Μάρθα, στὸ φτωχικό σου δὲν ἦρθα γιὰ φαΐ.
Ὅπως ἡ ἀδελφή σου ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ ἔρθῃς ἐδῶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ὅσο γιὰ τὸ φαγητό, μετὰ τὴ διδασκαλία κάτι θὰ βρεθῇ νὰ φᾶμε. Ἐδῶ ἦρθα νὰ δώσω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ Μαρία «τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο»(Λουκ. 10,41-42)· διάλεξε τὸ καλύτερο, διάλεξε ὄχι τὴν ὕλη ἀλλὰ τὸ πνεῦμα.
Νομίζω, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε ἡ φωτογραφία ὅλων μας. Καὶ σήμερα βρίσκουμε ἀνάλογα παραδείγματα. Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδι τί σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι σήμερα; ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν «ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι» τὴν οἰκουμένην ὅλην, αὐτὰ σκέπτονται; Ὁ κόσμος σήμερα ἔχει πέσει στὴν ὕλη. Ὅλοι, μὲ διαφόρους τρόπους, κυνηγοῦν τὸ χρῆμα. Πῶς τὰ ἑκατὸ νὰ τὰ κάνουν διακόσα, τὰ διακόσα νὰ τὰ κάνουν τετρακόσα… Συνεχῶς τρέχουν λαχανιασμένοι, σὰν τὸ σκύλο ποὺ ἀσθμαίνει μὲ τὴ γλῶσσα ἔξω.
Λένε γιὰ κάποιον ἀρχαῖο βασιλέα, ὅτι δὲν κοίταζε ἄλλο παρὰ μόνο πῶς νὰ θησαυρίσῃ. Παρακαλοῦσε τοὺς θεοὺς νὰ τοῦ κάνουν τὴ χάρι, ὅ,τι πιάνει νὰ γίνεται χρυσάφι. Καὶ οἱ θεοί, λέει, ἄκουσαν τὴν προσευχή του· καὶ ἔπιανε πέτρες γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ξύλα γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ζῷα γίνονταν χρυσᾶ μοσχάρια, ἔπιανε λουλούδια γίνονταν κι αὐτὰ χρυσᾶ. Κάθισε στὸ τραπέζι νὰ φάῃ, ἔγιναν καὶ τὰ πιάτα καὶ τὸ φαῒ χρυσᾶ. Τέλος ἄγγιξε καὶ τὴν κόρη του καὶ ἔγινε κι αὐτὴ χρυσὸ ἄγαλμα.
Τότε κατάλαβε, ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀνώτερα ἀπὸ τὸ χρυσάφι. Ὑπάρχουν τὰ λουλούδια ποὺ μυρίζουν, τὰ ἀηδόνια ποὺ κελαϊδοῦν, ἡ γυναίκα ποὺ ἀγαπάει, τὰ παιδιὰ μὲ τὴ στοργὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους. Ὑπάρχουν ἰδέες ἀθάνατες. Κατάλαβε, ὅτι τὸ χρυσάφι δὲν εἶνε θεός. Καὶ ἐν τέλει οἱ θεοὶ τὸν σπλαχνίστηκαν καὶ τὸν ἐπανέφεραν στὴν προηγουμένη κατάστασι.
Ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι λάτρεις τοῦ μπεζαχτᾶ, τῶν χρημάτων, τῶν δολλαρίων. Θεὸ ἔχουν ὄχι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν – ψέματα λένε· θεὸ ἔχουν τὸν χρυσό. Ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα ἄλλοι στὸ χρῆμα κι ἄλλοι στὴ σάρκα, στὸ βοῦρκο, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ζῷα. Ἔχουν σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32)· γλέντι, χορός, διασκέδασι, θέατρο, κινηματογράφος, πάρτυ, κρουαζιέρες κ.λπ..
Καὶ οἱ νέοι μας; Ὤ οἱ νέοι μας! Τί τραγούδια ψάλλουν; Μιὰ νεότης, ποὺ πῆρε κάποτε τὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Πίνδου καὶ τὶς ἕνωσε μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τώρα ποῦ ἔπεσε; Στὰ τυχερὰ παιχνίδια καὶ στὸν τεντυμποϊσμό. Θεός τους τὸ ποδόσφαιρο, ἡ μπάλλα. Ἂν τεντώσῃς τ᾽ αὐτί σου, θ᾿ ἀκούσῃς ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ ἔρωτες, ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ πιοτά, ἄλλος γιὰ χαρτοπαίγνια…
Ἄχ, ἀδελφοί μου, ὁ κόσμος ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ περπατάει στὰ σοκάκια τοῦ διαβόλου. Σ᾿ ἕνα τέτοιο κόσμο λοιπόν, ποὺ εἶνε ἀπορροφημένος μόνο ἀπὸ τὶς ἡδονές, ἀπὸ τὶς διασκεδάσεις κι ἀπὸ τὸ ἄτιμο χρῆμα, ἀκούγεται σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· «Μάρθα Μάρθα», κόσμε κόσμε, «μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δε ἐστι χρεία».
Ὁ κόσμος σήμερα εἶνε δραστήριος στὸ νὰ φτειάχνῃ ῥόδες, βίδες, δορυφόρους, ὑλικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα· ἀλλὰ γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ τὴν καλυτέρευσι τοῦ ἠθικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ του βίου, εἶνε ἀδρανὴς σὰν τὴ χελώνα. Ἀδιαφορεῖ. Ἔχει χρόνια νὰ πατήσῃ στὴν ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία θὰ ᾿ρθῇ πιὰ νεκρός. Καὶ ἂν πῇς, Χριστιανέ μου, γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ ἐκτελέσῃς τὰ θρησκευτικά σου καθήκοντα; ἀμέσως στερεότυπη ἡ ἀπάντησι· «Δὲν ἔχω καιρό». Ἀπὸ τὶς εἰκοσιτέσσερις ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου, ἐσὺ μάνα, ἐσὺ παιδί, δὲν μπορεῖς νὰ κόψῃς δέκα λεπτὰ γιὰ νὰ δοξάσῃς τὸ Δημιουργό σου; Ἐσὺ κοπέλλα μου, ποὺ τρῶς ὧρες ὁλόκληρες μπροστὰ στὸν καθρέφτη γιὰ νὰ θαυμάζῃς τὸ εἴδωλό σου τὸ φθαρτό, γιὰ νὰ περιποιῆσαι τὰ μαλλιά σου, τὰ νύχια σου, τὸ κορμί σου ποὺ θὰ σαπίσῃ μέσα στὴ μαύρη γῆ, δὲν σοῦ περισσεύουν δέκα λεπτά, ν᾿ ἀνοίξῃς τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ διαβάσῃς ἁγία Γραφή, βίους τῶν ἁγίων; Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος;… Ἔχουμε καιρὸ νὰ ἀγρυπνοῦμε γιὰ διασκεδάσεις μέσ᾿ στὰ «μαντριὰ» τοῦ διαβόλου, μὰ στὴν ἐκκλησία σβήσανε τὰ ἅγια, οἱ καντῆλες, τὰ πάντα. Δὲν ὑπάρχουν πλέον ἱερὲς ἀγρυπνίες… «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Κάποιο ἀνέκδοτο λέει τὸ ἑξῆς. Μιὰ μέρα σ᾿ ἕνα ὑπερωκεάνιο ταξίδευαν περίπου χίλιοι ἐπιβάτες. Ἦταν γαλήνη. Ἀλλὰ ἡ θάλασσα εἶνε ἄστατη. Σὲ λίγο τὰ κύματα σηκώθηκαν τόσο, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ πλοῖο κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ.
Ὁ πλοίαρχος βλέποντας τὸν κίνδυνο διατάζει τὰ πάρουν ὅλοι τὰ σωσίβια καὶ νὰ κατεβοῦν στὶς βάρκες. Ὅλοι κατέβηκαν. Ἕνας μόνο δὲν ἐννοοῦσε ν᾿ ἀφήσῃ τὸ καράβι. Αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη πῆγε κι ἄνοιξε τὴ βαλίτσα καὶ μετροῦσε τὶς λίρες του. Καὶ μόνο αὐτό; Καθὼς τὸ πλοῖο ἔμεινε ἐγκαταλελειμμένο καὶ οἱ ἄνθρωποι ζητώντας νὰ σώσουν τὴ ζωή τους εἶχαν ἀφήσει πολύτιμα πράγματα, αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ μαζέψῃ κι ἄλλα. Σὰν τὸ κοράκι, ποὺ πέφτει στὸ ψοφίμι καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τ᾿ ἀφήσῃ, ἔτσι κι αὐτὸς ἦταν ῥιγμένος στὸ χρυσίο καὶ τὸ ἀργύριο. Τοῦ φωνάζουν· κανένα ἐνδιαφέρον αὐτός. Ὥσπου στὸ τέλος, μὲ μιὰ ἀπότομη κλίσι, τὸ πλοῖο βυθίζεται καὶ παίρνει κι αὐτὸν στὸ βυθὸ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα καὶ μὲ ὅλα του τὰ πολύτιμα!
Καταλάβατε; Ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ζωή μας· θάλασσα εἶνε καὶ ταξιδεύουμε ὅλοι. Τελικὰ κανένας δὲν θὰ μείνῃ μέσα στὸ πλοῖο. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ τέλος. Κόσμε, βγῆτε ἔξω, κατεβῆτε στὴν σωτήριο λέμβο. Καὶ ποιά εἶνε ἡ σωτήριος λέμβος; Εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε ἡ πίστι, εἶνε ἡ μετάνοια. Ὅσο ἔχουμε ἀκόμη καιρό, ἀδελφοί μου, ἂς σπεύσουμε.
Πέρασαν τὰ χρονάκια τῆς ζωῆς μας. Σὲ πολλοὺς τὰ χιόνια κάθησαν στὰ μαλλιά. Ὁ κό- σμος ἐτοῦτος περνᾷ. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδέν τὰ πλούτη, μηδέν ἡ νεότης, μηδέν τὰ κάλλη… Ἕνα μένει, ἕνας μόνο ἀξίζει νὰ λατρεύεται, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ δίψα, ποὺ εἶχε ἡ Μαρία γιὰ τὸ Χριστό, νὰ ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς. Τὸν Χριστὸ νὰ ἀγαπήσουμε, καὶ αὐτὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Η Παναγία και το ελληνικό γένος Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας


Από το 626 μ.Χ., όταν οι Έλληνες της Ρωμανίας (Βυζαντίου) ανακήρυξαν τη Θεοτόκο σε Υπέρμαχο Στρατηγό, η οποία σώζει τη Βασιλεύουσα και το Γένος, αισθανόμαστε την Παναγία πολύ κοντά στον λαό μας και στις εθνικές περιπέτειές μας.
Πολύ σωστά οι θεολόγοι θα μας θυμίσουν ότι ο Χριστός ήλθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους και ότι δεν είναι σωστό να συνδέουμε τη Θεοτόκο μόνο με ένα έθνος. Όμως η Παναγία βοηθεί τους αδικουμένους όταν κινδυνεύουν από «επιδρομής αλλοφύλων» και ο Ελληνισμός υπήρξε πολλές φορές αδικημένος. Γι’ αυτό και άλλοτε και σήμερα την τιμούμε ως Μητέρα μας.
Στην Παναγία εστράφη η προσευχή και η ελπίδα των υποδούλων μετά την Άλωση του 1453. «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά Σου θα 'ναι» ήταν οι στίχοι που εξέφρασαν τη Μεγάλη Ιδέα.
Την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 25 Μαρτίου, όρισε η Φιλική Εταιρεία για να ξεκινήσει συντονισμένα ο Μεγάλος Ξεσηκωμός. Το μαρτυρούν τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 και ματαιοπονούν οι δήθεν προοδευτικοί που χλευάζουν την ημερομηνία ως επινοηθείσα εκ των υστέρων. Άλλωστε, στην Παναγία έκανε τα τάματά του πριν από τις μεγάλες μάχες ο θρυλικός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Την Παναγία έφεραν ως σύμβολο Πίστης και ελπίδας διάφορες σφραγίδες τοπικών Βουλών πριν και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Η Βουλή των Ψαρών είχε στη σφραγίδα της την Παναγία και τον άγιο Νικόλαο. Η πρώτη Επαναστατική Επιτροπή της Κρήτης το 1821 έθεσε στη σφραγίδα της την Παναγία του Λουτρού.
Τον τρίτο χρόνο της Εθνεγερσίας η εύρεση της εικόνας της Μεγαλόχαρης στην Τήνο αναζωπύρωσε τις ελπίδες των αγωνιζομένων και θεωρήθηκε μήνυμα ελευθερίας. Ήταν στις 30/1/1823 όταν η σκαπάνη βρήκε τη θαυματουργή εικόνα, την οποία είδε στο όραμά της η οσία Πελαγία.
Τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου του 1940 χαρακτήρισαν ως μεγάλη προσβολή οι πρόγονοί μας και υπό την προστασία της Παναγίας έγραψαν την εποποιία των βορειοηπειρωτικών βουνών. Και στην Παναγία Σουμελά του Βερμίου και της Τραπεζούντας προσέρχονται οι ξεριζωμένοι Πόντιοι για να τονίσουν ότι δεν ξεχνούν τις ρίζες τους.

«Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον»!

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμᾶς – Εὐχὴ ἐξομολογητικὴ εἰς τὴν Θεοτόκον (πρωτότυπο και νεοελληνικὴ ἀπόδοση).


Εὐχὴ ἐξομολογητικὴ εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ
Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον κατὰ σάρκα γεννήσασα, οἶδα μέν, οἶδα, ὅτι οὐκ ἔστιν εὐπρεπές, οὐδὲ ἄξιον ἐμὲ τὸν οὕτω πανάσωτον εἰκόνα καθαρὰν σοῦ τῆς ἁγνῆς, σοῦ τῆς ἀειπαρθένου, σοῦ τῆς σῶμα καὶ ψυχὴν ἐχούσης καθαρὰ καὶ ἀμόλυντα, ὀφθαλμοῖς μεμολυσμένοις ὁρᾶν καὶ χείλεσιν ἀκαθάρτοις καὶ βεβήλοις περιπτύσσεσθαι, ἢ παρακαλεῖν. Δίκαιον γάρ ἐστιν ἐμὲ τὸν οὕτω πανάσωτον ὑπὸ τῆς σῆς καθαρότητος μισεῖσθαι καὶ βδελύττεσθαι· πλήν, ἐπειδήπερ διὰ τοῦτο γέγονεν ὁ Θεός, ὃν ἐγέννησας, ἄνθρωπος, ὅπως καλέσῃ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, θαρρῶν κἀγὼ προσέρχομαί σοι μετὰ δακρύων δεόμενος.
Δέξαι μου τὴν παροῦσαν τῶν πολλῶν καὶ χαλεπῶν πταισμάτων ἐξομολόγησιν, καὶ προσάγαγε τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ Θεῷ, ἱκετηρίαν ποιοῦσα, ὅπως ἵλεως γένηται τῇ ἀθλίᾳ καὶ ταλαιπώρῳ μου ψυχῇ· διὰ γὰρ τὸ πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μου κωλύομαι τοῦ πρὸς αὐτὸν ἀτενίσαι καὶ αἰτῆσαι συγχώρησιν. Διὰ τοῦτο σὲ προβάλλομαι πρέσβυν τε καὶ μεσῖτιν, διότι πολλῶν καὶ μεγάλων ἀπολαύσας δωρεῶν παρὰ τοῦ πλαστουργήσαντός με Θεοῦ, ἀμνήμων πάντων φανεὶς ὁ ἄθλιος καὶ ἀχάριστος, εἰκότως παρασυνεβλήθην τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθην αὐτοῖς· πτωχεύων ταῖς ἀρεταῖς, πλουτῶν τοῖς πάθεσιν, αἰσχύνης πεπληρωμένος, παρρησίας θείας ἐστερημένος, κατακρινόμενος ὑπὸ Θεοῦ, θρηνούμενος ὑπὸ Ἀγγέλων, γελώμενος ὑπὸ δαιμόνων, μισούμενος παρὰ ἀνθρώπων, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τοῦ συνειδότος, ὑπὸ τῶν πονηρῶν μου πράξεων καταισχυνόμενος, καὶ πρὸ θανάτου νεκρὸς ὑπάρχων, καὶ πρὸ τῆς κρίσεως αὐτοκατάκριτος ὤν, καὶ πρὸ τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως αὐτοτιμώρητος ὑπὸ τῆς ἀπογνώσεως τυγχάνων. Διὸ δὴ εἰς τὴν σὴν καὶ μόνην καταφεύγω θερμοτάτην ἀντίληψιν, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ τῶν μυρίων ὀφειλέτης ταλάντων ἐγώ, ὁ ἀσώτως δαπανήσας τὴν πατρικὴν οὐσίαν μετὰ πορνῶν, ὁ πορνεύσας ὑπὲρ τὴν πόρνην, ὁ παρανομήσας ὑπὲρ τὸν Μανασσῆν, ὁ ὑπὲρ τὸν πλούσιον ἄσπλαγχνος γεγονώς, ὁ λαιμαργιῶν δοῦλος, τὸ τῶν πονηρῶν λογισμῶν δοχεῖον, ὁ τῶν αἰσχρῶν καὶ ῥυπαρῶν λόγων θησαυροφύλαξ, ὁ πάσης ἀκαθαρσίας ἔμπλεως καὶ πάσης ἀγαθῆς ἐργασίας ἀλλότριος.

Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου - Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς


«..Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;

Παναγία Ελεούσα

Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία για χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον Άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.

Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.

Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και το σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Παρακλητικοί Κανόνες-Ευχαριστήριοι Ύμνοι στη Θεοτόκο. (Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη)



Λέγεται Παρακλητικός Κανόνας η ακολουθία που ψάλλουμε κάθε βραδύ του Δεκαπενταύγουστου (άλλοτε τον Μεγάλο κι άλλοτε τον Μικρό). Είναι όμως και Ευχαριστήριος Κανόνας. Σ’ ένα από τα τροπάρια ψάλλουμε: «Απολαύοντες, Πάναγνε, των σων δωρημάτων, ευχαριστήριον αναμέλπομεν εφύμνιον, οι γινώσκοντές οε Θεομήτορα».
Τρεις ενέργειές μας αποτελούν τις καλύτερες ευχαριστίες μας προς την Παναγία. Η πρώτη: Η ορθή πίστη για την Παναγία. Πώς την γνωρίζουμε την Παναγία; Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό είναι διαφορετικές. Άλλος την γνωρίζει ως Παρθένο Αγνή. Άλλος ως την καθαρότερη γυναίκα του κόσμου. Άλλος ως Αειπάρθενο. Άλλος ως Μητέρα στοργική. Άλλος ως Μεσίτρια. Άλλος ως Βασίλισσα των ουρανών. Άλλος ως Κεχαριτωμένη.
Όλα αυτά οπωσδήποτε είναι σωστά και αποτελούν αληθινά εγκώμια προς την Παναγία. Αλλ’ υπεράνω όλων αυτών των χαρακτηρισμών και επιθέτων υπάρχει μία άλλη ονομασία της Παναγίας. Είναι Θεομήτωρ, Θεοτόκος. Αν δεχόμαστε όλα τα ωραία επίθετα, με τα όποια οι πιστοί στολίζουν τη μορφή της Παναγίας, αλλά δεν την αναγνωρίζουμε ως Θεοτόκο, τότε δεν εκφράζουμε όλη την αλήθεια. Ή μάλλον δεν διατυπώνουμε τη σπουδαιότερη αλήθεια και άρα δεν είμαστε Ορθόδοξοι.
Η Παναγία είναι κατ’ εξοχήν Θεοτόκος. Για να φανερωθεί η λέξη αυτή οι άγιοι Πατέρες έδωσαν σκληρές μάχες. Υπήρχαν αιρετικοί, όπως ο Νεστόριος, πού δέχονταν να ονομάζουν την Παναγία «Χ ρ ι σ τ ο τ ό κ ο», αλλά με κανένα λόγο δεν δέχονταν να την αποκαλούν «Θεοτόκο». Ισχυρίζονταν, ότι η Παρθένος Μαρία γέννησε «ψιλόν τινα άνθρωπον», τον Χριστόν Ιησού, που ύστερα ενώθηκε με τη Θεότητα και έγινε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Όχι -θεολόγησαν και βροντοφώνησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας-, η Παναγία είναι Θεοτόκος. Από τη στιγμή του Ευαγγελισμού συνέλαβε Υιό, που ήταν ο σαρκωμένος Θεός.
Την αλήθεια αυτή συνοψίζει ο μεγάλος δογματικός της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, λέγοντας: «Θεοτόκον κυρίως και αληθώς την Αγίαν Παρθένον κηρύττομεν».(Ε.Π.Ε. 1,323).

Ακηλίδωτο κάτοπτρο
Η Παναγία αξιώθηκε να φιλοξενήσει τον Θεό σαρκούμενο. Έγινε θρόνος της Θεότητος. Πώς;
Θα έχετε ακούσει, ότι υπάρχουν κάτι καθρέπτες, που λέγονται «κοίλα κάτοπτρα». Είναι μεγάλοι συγκεντρωτικοί φακοί, που συγκεντρώνουν τις ακτίνες του ήλιου. Αν πλησιάσεις λαμπάδα ή ξύλο, αμέσως αρπάζει φωτιά. Έτσι πυροδοτείται και η λεγόμενη «Ολυμπιακή φλόγα». Το κάτοπτρο μεταδίδει φωτιά, διότι έχει συγκεντρώσει πάνω του τις θερμαντικές ακτίνες του ήλιου. Μεταδίδει φωτιά, αλλά το ίδιο δεν καίγεται.
Κάτι παρόμοιο μπορούμε να πούμε, ότι συνέβηκε στην περίπτωση της Παναγίας, αλλά σε απείρως μεγαλύτερες διαστάσεις. Η Παναγία είναι το ακηλίδωτο κάτοπτρο, που πάνω της συγκεντρώθηκαν οι αχτίνες του ηλίου της θεότητας. Φιλοξένησε μέσα της τη φωτιά της θεότητας, τον σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Θεού και Θεό αληθινό. Δέχθηκε το πυρ της Θεότητας, χωρίς η ίδια να καεί, όπως δεν κάηκε η φλεγόμενη βάτος που είδε ο Μωυσής. Μεταδίδει φωτιά, αλλ’ η ίδια παραμένει άθικτη.
Την αγνή και παρθενική της ύπαρξη διάλεξε ο Βασιλέας του ουρανού, ως πρώτο επίγειο κατοικητήριο. Κι ήταν το καθαρότερο. Και δεν ξανάγινε καθαρότερο οικητήριο του Θεού. Την αγάπησε ο Θεός και την επιθύμησε. Όπως ο νυμφίος επιθυμεί το κάλλος της νύμφης, κατά το Ψαλμικό: «Άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός άου· και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός έστι Κύριος σου» (Ψαλμ. 44,11-12).
Πώς έγινε η Παναγία Θεοτόκος; Πώς μέσα της χώρεσε το Θεό; Το ερώτημα αυτό διατυπώνει και ο υμνογράφος των Χριστουγέννων: «Ο Αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;».
Αλλ’ από τη στιγμή, που ό Θεός γίνεται άνθρωπος, συστέλλεται και διαστέλλεται, ανάλογα με το χώρο που φιλοξενείται. Ο Αχώρητος Θεός χωράει μέσα στη γαστέρα της Παρθένου. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στο άγιο Ποτήριο. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στην ύπαρξη του πιστού, που με πίστη και ευλάβεια κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων.
Γνωρίζουμε λοιπόν και αναγνωρίζουμε την Παναγία ως Θεοτόκο; Είμαστε Ορθόδοξοι. Δυστυχώς και σ’ αυτό  το θέμα υπάρχουν άνθρωποι των δύο άκρων. Υπάρχουν εκείνοι, που γνωρίζουν τη Μητέρα, αλλά δεν γνωρίζουν τον Υιό. Υπάρχουν και άλλοι, που γνωρίζουν τον Υιό και δεν γνωρίζουν τη Μητέρα.
Στους πρώτους ανήκουν ορισμένοι λεγόμενοι ορθόδοξοι χριστιανοί, που μιλάνε συνεχώς και αποκλειστικά για την Παναγία. Δεν κάνουν λόγο για τον Ιησού Χριστό. Διαβάζουν π.χ. καθημερινά την Παράκληση της Παναγίας· δεν μελετούν όμως καθημερινά την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο του Υιού, την Καινή Διαθήκη. Τιμούν την Παναγία υπερβολικά – δεν τιμούν ανάλογα τον Θεάνθρωπο Κύριο. Προσεύχονται συνεχώς στην Παναγία· δεν προσεύχονται στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Μπορεί να θεωρούν μεγαλύτερη χάρη να προσκυνήσουν μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, παρά να κοινωνήσουν σωστά προετοιμασμένοι το Σώμα και το
Αίμα του Χριστού. Πρόκειται για μια τάση υπερυψώσεως της Παναγίας, πράγμα που δεν θέλει ούτε η ίδια η Παναγία. Η Παναγία είναι υπερυψωμένη μόνο όταν είναι δίπλα στον Υιό της και Θεό της. Η Παναγία είναι ο πρώτος άνθρωπος κοντά στον Θεάνθρωπο Λυτρωτή. Η υπερύψωση όμως που της γίνεται από νοσηρούς ανθρώπους, οδηγεί σε θεοποίησή της, σε Μαριολατρεία.
Οι άλλοι είναι οι αιρετικοί, Προτεστάντες και Χιλιαστές, που μιλάνε γλυκύτατα για τον Ιησού Χριστό, αλλά περιφρονούν τελείως την Αειπάρθενο Θεοτόκο. Αναφέρουν μόνο για κάποια Μαρία, σαν να πρόκειται για καμιά Μαρία της γειτονιάς τους!
Όσοι πιστεύουν ορθόδοξα στον Υιό του Θεού, που έγινε και Υιός του ανθρώπου, αυτοί πιστεύουν και τιμούν ορθόδοξα και τη Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού.

Το μεγάλο της δώρημα
Η δεύτερη ευχαριστία μας στην Παναγία είναι για το μεγάλο δώρημά της στον κόσμο, που υπονοείται στον ύμνο: «Απολαύοντες, Πάναγνε, των σων δωρημάτων…».
Πολλά τα δωρήματα της Παναγίας. Ένα όμως το πρώτο και μοναδικό σε αξία και μεγαλείο δώρημά της. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει: «Πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων…» (Ιακ. 1,17). Το μεγάλο δώρημα είναι «καταβαίνον», κατέβηκε από τον ουρανό, σταλμένο από το Θεό Πατέρα. Είναι η ύψιστη προσφορά του Θεού στον άνθρωπο. Είναι ο ίδιος η προσφορά αυτή. Ο Θεός αυτοπροσφέρεται.
Όταν σε επίσημη δεξίωση πρόκειται να σερβίρουν το ωραιότερο γλύκισμα, χρησιμοποιούν τον ακριβότερο και πολυτιμότερο δίσκο, ασημένιο ή χρυσαφένιο. Θαμπώνεσαι από τη λάμψη του απαστράπτοντα δίσκου. Και ο Θεός, όταν ευδόκησε να προσφέρει στους ανθρώπους τον σαρκωμένο Υιό του, που είναι το γλυκύτερο δώρο του κόσμου, χρησιμοποίησε τον ολόχρυσο και απαστράπτοντα δίσκο, που λέγεται Παρθένος Μαρία. Η  ατίμητη αγάπη του Θεού σερβίρεται στους ανθρώπους με το δίσκο της Παναγίας Θεοτόκου.
Η μεγάλη λοιπόν δωρεά, που προσφέρθηκε διά μέσου της Παναγίας, είναι η σάρκωση του Θεού. Έγινε ο Θεός άνθρωπος για μας. Την απολαμβάνουμε τη δωρεά αυτή;
Έχουμε κατανοήσει την αξία της δωρεάς του Χριστού; Έχουμε πιστέψει στη λύτρωση του Χριστού; Εάν ναι, θα ευχαριστούμε και την Παναγία, διότι είναι «η αιωνίαν τεκούσα λύτρωσιν».
Και τότε θα προσφέρουμε στην Παναγία και την τρίτη ευχαριστία. Είναι ο ευχαριστήριος ύμνος. «Ευχαριοτήριον αναμέλπομεν εφύμνιον οι γινώσκοντές σε Θεομήτορα».
Δυστυχώς πολλοί λεγόμενοι χριστιανοί, αντί ν’ αναπέμπουν ευχαριστήριο ύμνο στη Θεοτόκο, εκσφενδονίζουν μύδρους και εκτοξεύουν βέλη εναντίον της. Είναι οι φρικτές βλασφημίες για την πάναγνη Κόρη της Ναζαρέτ.
Εάν τιμούμε και αγαπάμε την Παναγία, τότε, όπως με το στόμα την υμνούμε, έτσι με το στόμα και να την ομολογούμε. Να διαμαρτυρόμαστε για τις βλασφημίες που ακούγονται. Όπως με τα χέρια μας ανάβουμε λαμπάδες στη Χάρη της, έτσι με τα χέρια μας να σφραγίζουμε τα στόματα των βλάσφημων, που βρίζουν τη Θεοτόκο όσο δεν βρίζουν τις πιό διεφθαρμένες γυναίκες του υπόκοσμου!
* * *
 Τριπλή η ευχαριστία μας στη Παναγία. Να την πιστεύουμε ως Θεοτόκο, να τη δοξολογούμε γιατί έγινε η γέφυρα «δι’ ης κατέβη ο Θεός», και ν’ αγωνισθούμε να εξαλειφθεί η βλασφημία της.
Η Παντάνασσα και Σκέπη του κόσμου ας προστατεύει όλους τους χριστιανούς.

(Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Κλίματα της Αμπέλου»

ΕΜΜΕΤΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Γέροντα Ιωσήφ Ησυχαστή)


7. Εις την Κυρίαν Θεοτόκον
Παντάνασσα, Μητέρα μου, γλυκεία Παναγία,
του κόσμου η βασίλισσα, η πάντων σωτηρία,
η μόνη μου παράκλησις, η μόνη μου ελπίδα,
γλυκειά παρηγορία μου, Θεοτόκε Μαρία.
Η μόνη μου καταφυγή σ΄ όλας τας περιστάσεις
που συναντά ο μοναχός σ΄ όλας τας καταστάσεις.
Η των αγγέλων Άνασσα και πάντων ανωτέρα
των Χερουβείμ και Σεραφείμ όντως τιμιωτέρα·
του Παραδείσου άρωμα, τ΄ ουρανού η λαμπρότης
και των αγίων απάντων όλη η ώραιότης·
η σύλληψίς σου θαυμαστή, η γέννησις αγία
ανάπτυξις κι΄ ανατροφή εστάθης Παναγία.
Ω άμωμος περιστερά, εις τ΄ άγια των Αγίων
οι άγγελοι σε έτρεφαν από μάννα το θείον
προορισμένη απ΄ άνωθεν ότι θες να μας σώσης
κι΄ από του άδου τα δεσμά θα μας ελευθέρωσης.
Τον Λόγον η κυήσασα Πατρός του Προανάρχου
και φέρουσα δευτέρεια Θεού Τρισυπόστατου.
Εσύ γαλακτοτρόφησας τον Κτίστην των απάντων
και παρρησίαν έλαβες ως υπέρ πάντας λόγον,
να μεσιτεύης προς Θεόν εις τον Υιόν και Λόγον,
να προστάτευης τους πιστούς ως Μήτηρ ούσα όλων.
Δώσε μου λόγια, Δέσποινα, να σε υμνογραφήσω
και την μεγαλωσύνην σου γλυκά να μελωδήσω.
Ωσαύτως δος μου φωτισμόν, την γνώσιν, την σοφίαν,
την σύνεσιν, την φρόνησιν και θείαν ομιλίαν
και ό,τι λόγια αγαπάς, αυτά να μου χαρίσης,
να μελετώ να χαίρεται η χθαμαλή μου φύσις.
Διότι πάντα δύνασαι ως του Θεού Μητέρα,
αγγέλων η βασίλισσα και πάντων υπερτέρα.
Επάκουσον την δέησιν, Μητρόθεε Μαρία,
και φώτισόν μου την αχλύν, γλυκειά μου Παναγία·
κι΄ αφού εκαθοδήγησας και μ΄ έφερες ενθάδε,
μη με αφήσης, Δέσποινα, στου πάθους το σκοτάδι,
αλλά συ με καθάρισον, εσύ και φώτιζέ με
κι΄ από τους νοητούς εχθρούς, εσύ απάλλαξε με·
και χάρισόν μοι ένδυμα του γάμου, Δέσποινά μου,
το νοητόν και άυλον φόρεμα, Άνασσά μου,
διά να εισέλθω, Δέσποινα, στους γάμους του Νυμφίου,
μη τύχει και με διώξουνε ωσάν γυμνόν κι΄ αχρείον,
Ναι, Θεοτόκε Μαριάμ, ο πόθος της ψυχής μου,
η μόνη μου παράκλησις, η καθαρά ελπίς μου,
μη με αφήσης δέομαι, αλλά προστάτευέ με
και εις τους κόλπους του Χριστού εσύ παράστησε με·
κι΄ εν ώρα του θανάτου μου πλησίον μου να είσαι,
μην τρέμει η ψυχούλα μου, όταν το σώμα ΄φήνη·
πως δε και τα τελώνεια εκείθεν θα παρέλθω,
αν δεν σταθής πλησίον μου, πως έχω να διέλθω;
Οίμοι, γλυκειά Μητέρα μου, πολλά διανοούμαι,
μα πολεμίους έχω τρεις, που πάντα με νικούνε·
δαίμονες και συνήθεια κι΄ η ασθενής μου φύσις,
αυτά με κυριεύουνε, αν συ δεν βοηθήσης.
Το σώμα ρέπει διαρκώς σ΄ όλας τας αναπαύσεις,
η δε κακή συνήθεια τα θέλει ως νόμων τάξεις,
ο δε κακός διάβολος στέκει πάντα πλησίον
και πολεμεί με διαρκώς ως άγριον θηρίον.
Με παγιδεύει δεξιά, κι΄ αν δη ότι τον είδα,
στρέφει ευθύς αριστερά, μου φτιάχνει άλλη παγίδα·
αν του χαλάσω και αυτή, εξ όπισθεν με πιάνει,
μου κλείει το μνημονικόν, εις λήθην με γυρνάει·
κακείθεν αν πολεμηθή, απ΄ έμπροσθεν γυρνάει,
χειρώνει το φανταστικόν κι΄ άπειρα μου φαντάζει·
ει δε κακείθεν γνωριστεί, κάτωθεν κατεβαίνει
και εξεγείρει πόλεμον σαρκικόν παμμεγέθη,
κι΄ αφού κακεί η δύναμις του Χριστού τον νικήση,
ευθύς το διανοητικόν έξωθεν περισφίγγει,
μη συγχωρών ουδέ στιγμήν τον λογισμόν σταθήναι,
αλλά φθαρτά και μάταια πάντα διανοηθήναι,
προς δε και την καρδίαν μου ολόγυρα την κλείει
κι΄ όλο το περικάρδιο σφικτά το περικλείει,
μη συγχωρών ουδέ πνοή ελαφρά ν΄ αναπνεύσω,
αλλά βαριά, σκότους πικρά πνοή εβγαίνει έξω.
Πως δύναμαι λοιπόν εγώ, Δέσποινα Παναγία,
να πολεμήσω μόνος μου με τούτα τα θηρία,
αν σεις δεν με διδάξετε μαζί με τον Υιόν σου
και να΄ ρθη ο Παράκλητος που πέμπει ο Πλαστουργός μου,
όπου ως αύρα θαυμαστή, πνοή λεπτή ευώδης,
εισέρχεται νοΐ, ψυχή, λούων αισθήσεις όλες,
χαρίζων γνώσιν, φωτισμόν, διαύγειαν τελείαν,
ειρήνην εις τους λογισμούς κι΄ όλην ψυχής υγείαν,
λόγον, σοφίαν, σύνεσιν, φρόνησιν και ανδρείαν,
πίστιν, ελπίδα στον Θεόν κι΄ αγάπησιν τελείαν·
αλλά τι με ωφέλησαν, αν ταύτα πάντα λέγω,
αφού, όταν μακρύνεσαι, τυφλώνομαι δεν βλέπω
και πράττω τα ενάντια και όλως αποκτείνω
και ως τυφλός περιπατώ, διάκρισιν δεν έχω,
αλλά και φυσιούμενος ως άλλος Φαρισαίος,
αλησμονώ που καταντά το έσχατόν μου τέλος.
Δι΄ αυτό θερμώς παρακαλώ, Δέσποινα Παναγία,
μη με υστερής φωτισμού, Παντάνασσα Μαρία,
αλλά ενθάδε σκέπαζε εσύ και φύλαττέ με
από δε τα τελώνια εκεί απάλλαξέ με
κι΄ οδήγησόν με, Δέσποινα, εις τον Υιόν και Λόγον
του Προανάρχου και Πατρός και Ποιητού των όλων,
να χαίρω, να αγάλλωμαι μετά πάντων οσίων,
μετά δικαίων ευσεβών, μαρτύρων και αγίων,
ταις ευπροσδέκτοις σου ευχαίς και μητρικαίς δεήσεσ΄,
που ιλαρύνουν τον Θεόν και χαίρει πάσα φύσις.
Αμήν.