Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Γέροντας Εφραίμ, Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Η αναμαρτησία της Παναγίας

«Ως έμψυχω Θεού κιβωτώ, ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμύητων», ψάλλουμε στην ενάτη ωδή πολλών Θεομητορικών εορτών. Πράγματι το μυστήριο περί του προσώπου και της ζωής της Θεοτόκου αποτελεί βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά»1 για τους αμύητους, τους μη έχοντας την αποκάλυψη, την θεία Χάρη. Μυστήριο αληθινό και τολμηρό, θείο και ανθρώπινο· ανέγγικτο από τον χοϊκό άνθρωπο. Πώς μπορεί κάποιος να νοήσει τα υψηλότερα, τα περί της Θεοτόκου, αφού δεν έχει πείρα ούτε των κατωτέρων; Πώς μπορεί ο άνθρωπος που δεν έχει καθαρισθεί από τα πάθη να ομιλεί με αυθεντία περί θεώσεως;

Στα ευαγγέλια αποσιωπάται η ζωή της Παναγίας Παρθένου και μόνο λίγα μας αποκαλύπτονται. Πολλά όμως άλλα, όπως και την σημασία και έννοια των ευαγγελικών αναφορών, τα διδάσκει το Άγιο Πνεύμα με την Παράδοση της Εκκλησίας μας· τα αποκαλύπτει πολλές φορές η ίδια η Θεοτόκος στους πιστούς δούλους Της, στους Πατέρες της Εκκλησίας.
Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας, αλλά και να ζητήσω τις προσευχές σας, για να προχωρήσουμε με την Χάρη του Θεού στην ανάπτυξη του τόσο λεπτού και σημαντικού αυτού θέματος, πού άπτεται του προσώπου της Παναγίας μας, άλλα έχει σχέση και με την δική μας πνευματική ζωή.
Εξαρχής η Εκκλησία δεν επιχείρησε να διατυπώσει ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία. Δόγματα διατύπωσε μόνο για τον Τριαδικό Θεό (Τριαδικό δόγμα) και τον ενανθρωπήσαντα Λόγο (Χριστολογικό δόγμα). Η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για την Παναγία διατυπώθηκε βαθμηδόν σε άμεση σχέση με την Χριστολογία. Μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατύπωσε ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία (ασπόρου συλλήψεως, ενσωμάτου μεταστάσεως). Έτσι ο Μέγας Βασίλειος μέσα στην προοπτική της αρχαίας Πατερικής Παραδόσεως, απευθυνόμενος προς αυτούς πού αμφισβητούσαν την μετά τόκον παρθενία της Θεοτόκου, μετατόπιζε την σπουδαιότητα του θέματος στην παρθενική Γέννηση του Χριστού, και έλεγε ότι η παρθενία ήταν αναγκαία ως την ενανθρώπηση, για το ύστερα ας μην είμαστε περίεργοι λόγω του μυστηρίου πού περικλείεται2.
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πού η διδασκαλία του για τον όρο «Θεοτόκος» θεμελιώθηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο3 και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποτελούν δύο βασικούς σταθμούς στην ανάπτυξη της δογματικής διδασκαλίας για την Παναγία. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο και ύστερα η αφομοίωση της δογματικής διδασκαλίας για την Θεοτόκο ήταν πολύ αργή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα, πού χαρακτηρίστηκε ως αιώνας του χριστιανικού ανθρωπισμού για το Βυζάντιο, σε αντίθεση με τους προγενεστέρους Πατέρες ήταν ίσως ό πρώτος, πού τόνισε την ανθρωπολογική σπουδαιότητα του προσώπου της Θεοτόκου, χωρίς βέβαια να αγνοεί την Χριστολογική σπουδαιότητα της ή να παύει να την προϋποθέτει. Μίλησε εκτενώς για το πρόσωπο και την ασκητική ζωή της Παρθένου! Την παρουσίασε ως ησυχάστρια μέσα στα Άγια των Αγίων και την πρόβαλε ως πρότυπο πνευματικής τελειώσεως4. Αυτός απέδειξε ότι πρώτη η Παναγία είδε τον αναστάντα Χριστό. Κατά τον άγιο Γρηγόριο αύτη ήταν η μόνη «κυρίως φερωνύμως παρθένος»· είχε αποκτήσει την τελεία αγνεία, ήταν παρθένος στο σώμα και την ψυχή και δεν μπορούσε να αγγίξει κάποιος μολυσμός ούτε τις αισθήσεις του σώματος της ούτε τις δυνάμεις της ψυχής της5.
Την γραμμή αυτήν του Παλαμά ακολούθησε και ο σχεδόν σύγχρονος του άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αυτός γράφει ότι «προξενεί έκπληξη όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε αυτούς τους αγγέλους, το πώς, ενώ η Παρθένος ήταν μόνο άνθρωπος και δεν είχε τίποτε περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους, μπόρεσε να διαφύγει, μόνη αύτη, την κοινή αρρώστια (δηλ. την αμαρτία)»6. Αύτη ήταν η «πρώτη και μόνη της αμαρτίας καθάπαξ απηλλαγμένη»7.
Ακολουθεί ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, ο όποιος κάνοντας μία συνθετική θεολογία με βάση όλους τους προγενέστερους Πατέρες διακηρύττει: «Αν καθ’ υπόθεσιν όλοι οι άνθρωποι, και τα λοιπά κτίσματα ήθελον γείνη κακά, μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτον ικανή να ευχαρίστηση τον Θεόν» και ότι «όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγεινε δια το τέλος τούτο, ήτοι δια την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλιν η Κυρία Θεοτόκος, έγεινε δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν»8. Στην δε ερμηνεία του Εις την θ’ ωδήν της Θεοτόκου Μαρίας γράφει ότι «η Θεοτόκος ήταν ανωτέρα κάθε προαιρετικού αμαρτήματος συγγνωστού τε και θανάσιμου, μέχρι και προσβολής αυτής πονηρού λογισμού»9.
Τελευταίο σταθμό αποτελεί ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, πού μαρτυρεί εν Πνεύματι Αγίω ότι «η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως»10.
Ο Χριστός δεν αμάρτησε, γιατί ως θεία Υπόσταση δεν μπορούσε να αμαρτήσει. Είχε την απόλυτη και κατά φύση αναμαρτησία. Το «ουδείς αναμάρτητος, ει μη ο Θεός»11 αναφέρεται σε αυτήν την κατά φύση αναμαρτησία της Αγίας Τριάδος, και φυσικά του Χριστού ως δευτέρου προσώπου Της. Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε, αν και μπορούσε να αμαρτήσει. Δεν ήταν αναμάρτητη κατά φύση αλλά κατά θέληση.
Η Παναγία είχε πραγματική, τελεία και όχι σχετική12 αναμαρτησία στα έργα, στους λόγους και στους λογισμούς της. Ούτε «βρισκόταν σε ύφεση η αμαρτία στην Θεοτόκο»13, ούτε η απαλλαγή της από την αμαρτία έγινε μετά την Πεντηκοστή ή έστω μετά τον Ευαγγελισμό14. Επιπλέον δεν αρκεί να ομολογεί κάποιος ότι η αμαρτία υπήρχε σε Αυτήν δυνάμει και όχι ενεργεία, χωρίς να επεξηγείται αυτό το «δυνάμει» ως ανενέργητο στις πράξεις, τους λόγου και τους λογισμούς.15 Ακόμη και αυτή η «κατά Χάριν αναμαρτησία»16 είναι αποδεκτή με την προϋπόθεση ότι με την συνεργεία της θείας Χάριτος η Θεοτόκος παρέμεινε αναμάρτητη από την γέννηση της ως και την κοίμηση της, και όχι ότι «η ακαταγώνιστος (irresistibilis) Χάρις» επέβαλλε την αναμαρτησία μετά τον Ευαγγελισμό. Αυτά προβάλλουν πολλοί σύγχρονοι «ημέτεροι» θεολόγοι πού απαντούν στις Ρωμαιοκαθολικές δοξασίες για την Θεοτόκο με προτεσταντίζουσα θεολογία. Αν οι παλαιοί αλλά και οι σύγχρονοι αιρετικοί αμφισβητούν την αναμαρτησία του Χριστού17, πόσο μάλλον της Θεοτόκου;
Δεν μπορεί με την αντίρρηση και την διανοητική θεολόγηση να ανατραπεί κάποια αιρετική δοξασία, αλλά μόνο με την εμπειρική γνώση της ορθόδοξης Πατερικής θεολογίας. Ακραιφνής εκφραστής των δογμάτων της Εκκλησίας είναι αυτός πού έχει αναπτυγμένη στο έπακρο την νοερά και την λογική του ενέργεια18, αυτός πού έχει αποκτήσει δογματική συνείδηση. Αυτή κατά τον μακάριο Γέροντα Σωφρόνιο «είναι καταστάλαγμα μακροχρονίου πείρας της Χάριτος, ουχί δε διανοητικής εργασίας»19. «Είναι η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις», πού αφομοιώνεται μετά από παρέλευση πολλών ετών εναλλαγής πνευματικών καταστάσεων επισκέψεως και άρσεως της Χάριτος20.
Η Υπεραγία Θεοτόκος σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι «αειπάρθενος». Δηλαδή παρθένος προ του τόκου, εν τω τόκω και μετά τον τόκον. Αυτή η παρθενία δεν έγκειται μόνο στην σωματική της καθαρότητα, αλλά κυρίως στην ψυχική. Διότι «η παρθενία ως απλή βιολογική κατάσταση δεν έχει καμμία θεολογική ή σωτηριολογική σπουδαιότητα»21. Δηλαδή το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου ταυτίζεται με την τελεία καθαρότητα, την αναμαρτησία22. Αναμαρτησία προ του τόκου, εν τω τόκω και μετά τον τόκον. Η αναμαρτησία της δεν προέρχεται από άσπιλη σύλληψη της (Conceptio Immaculata)23, όπως κακώς δογμάτισε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τον πάπα Πίο Θ’ το 1854, αλλά από την ελεύθερη προσωπική της αποστροφή προς την αμαρτία.
Η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Άννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός και ανήδονος. Για να είχε όμως η Παρθένος άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς όπως και ο Χριστός24. Η Πανάμωμος Παρθένος είναι η μόνη από το ανθρώπινο γένος που διατήρησε αμόλυντο και φωτεινό το «κατ’ εικόνα». Με την αγαθή προαίρεση και την άσκηση Της εργαζόταν εν ελευθερία όλες τις θεοειδείς αρετές σε μέγιστο βαθμό. Μόνο στην Παρθένο έχουμε πλήρη αρμονία φύσεως και υποστάσεως. Έχουμε ένωση της γνώμης, της προαιρέσεως με τον λόγο της φύσεως, οπότε κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή γίνεται «η του Θεού προς την φύσιν καταλλαγή»25. Το θέλημα της ταυτιζόταν εντελώς με το θέλημα του Θεού. Είχε δώσει όλη την προαίρεση της στον Θεό.
Γι’ αυτό μπορούσε να πει με μεγαλειώδη ταπείνωση στον Ευαγγελισμό της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου»26. Όταν της εξηγήθηκε ότι η σύλληψη θα γίνει εν Πνεύματι Αγίω στην παρθενική μήτρα της, τότε συμφώνησε, αποδέχτηκε την άρρητη οικονομία του Θεού. Μόνο κάποιος πού θα είχε πραγματοποιήσει βίο πανάμωμο και αμόλυντο, μόνο κάποιος πού θα είχε δείξει ιδιαίτερη, ξεχωριστή και μεγαλειώδη έφεση προς τον Θεό, πού θα είχε αποκτήσει τέτοιο θείο ερωτά, όσο κανένα άλλο δημιούργημα, θα μπορούσε να δεχθεί αυτήν την ακατάληπτη οικονομία του Θεού χωρίς αμφιβολίες. Η αγία Παρθένος δέχτηκε με ταπείνωση και απλότητα τον έπαινο του Γαβριήλ και το μήνυμα της θείας ενανθρωπήσεως, γιατί ήταν αύτη η μόνη πρόσφορη για την υψηλή τιμή και αποστολή πού της έδινε ό Θεός27.
Εδώ ακριβώς έγκειται ο κεντρικός και ενεργητικός ρόλος της στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού και της σωτηρίας του ανθρώπου. Προετοίμασε τον εαυτό της με τον πανάγιο βίο της έτσι ώστε να ελκύσει τον Θεό από τον ουρανό στην γη. Η Αειπάρθενος Μαρία δεν ήταν η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε άπλα η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν η μοναδική πού θα κατέβαζε τον ουρανό στην γη, θα έκανε τον Θεό άνθρωπο. «Μόνη γαρ Θεού και παντός ανθρωπείου γένους στάσα μεταξύ, τον μεν Θεόν εποίησεν υιόν ανθρώπου, υιούς δε Θεού τους ανθρώπους απειργάσατο, την γην ουρανώσασα και το γένος θεώσασα»28.
Αν είχε διαπράξει αμαρτίες -έστω και μόνο με τον λογισμό- η Παρθένος πριν από τον Ευαγγελισμό, πώς θα μπορούσε να έλθει, να σαρκωθεί, να ενωθεί ο Αγαθός, ο Άγιος Θεός με κάτι πού δεν θα ήταν αγαθό και άγιο, άλλα θα είχε πείρα της αμαρτίας; Η θεοχώρητος Παρθένος έζησε επί γης σαν να μην είχε σχέση με την αμαρτία πού είχε διαπραχθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας την παρομοιάζει με την κιβωτό του Νώε, πού έλαβε μέρος και μάλιστα σωστικό κατά τον Κατακλυσμό, αλλά δεν είχε καμμία σχέση με τους ανθρώπους της εποχής του Νώε29.
Η Παρθένος γεννημένη από ανθρώπους -τον Ιωακείμ και την Άννα- ήταν κληρονόμος και φορέας του προπατορικού αμαρτήματος, στις συνέπειες του, την θνητότητα, τα αδιάβλητα πάθη30· παίρνοντας από τον Θεό τόση βοήθεια, όση έδωσε ο Θεός και σε όλους τους άλλους ανθρώπους έζησε αναμάρτητα, προ του τόκου. Από αυτό το αναμάρτητο σώμα και την αναμάρτητη ψυχή, τον ενιαίο δηλαδή αναμάρτητο άνθρωπο, πήρε ό Υιός και Λόγος του Θεού αναμάρτητο σώμα και αναμάρτητη ψυχή και έγινε άνθρωπος, μόνος Αυτός με άσπιλη σύλληψη.
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «φύσει αναμάρτητον και θελήσει αυτεξούσιον»31. Λόγω κακής χρήσεως του αυτεξουσίου εισήλθε η αμαρτία στον άνθρωπο και τον κυρίευσε. Κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα ο Κύριος γνώριζε ότι ο άνθρωπος μπορεί να του προσφέρει καθαρή και αγνή την ανθρώπινη φύση -όπως τότε πού την πρωτοδημιούργησε- για να πάρει από αυτήν την Μητέρα Του32. Ο Θεός περίμενε να δημιουργηθεί «η μόνη Αγνή και Άχραντος Παρθένος», για να εκπληρώσει την προ καταβολής κόσμου οικονομία Του. Δεν μεταβάλλει τα σχέδια Του, δεν αναιρεί τα δημιουργήματα Του, γιατί αυτό θα έδειχνε ότι κάτι δεν «εποίησε λίαν καλά»33.
Βέβαια και ο τοκετός της Θεοτόκου ήταν αναμάρτητος, αφού ήταν υπερφυσικός, «άνευ ωδίνων». Άλλα και μετά τον τόκο της έζησε αναμάρτητα, αφού μάλιστα ενοίκησε σε αυτήν «πάν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς»34. Από την στιγμή της «επισκιάσεως της δυνάμεως του Υψίστου»33, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, κατά τον Ευαγγελισμό, η Παναγία Παρθένος λαμβάνει μία συνεχή αύξηση αγιασμού, η οποία δεν σταματά, δεν διακόπτεται. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει: «Αγία μεν γαρ ει συ, φησί, και κεχαριτωμένη, Παρθένε· Πνεύμα δε πάλιν Άγιον επελεύσεται επί σε δι’ αγιασμού προσθήκης υψηλοτέρας ετοίμαζον και προκατάρτιζον την εν σοι θεουργίαν»36. Στοιχώντας στον Παλαμά ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ θεωρεί ότι κατά την στιγμή του Ευαγγελισμού έχουμε για την Παρθένο «πρόωρη Πεντηκοστή». Κατά τον Ευαγγελισμό δηλαδή συμβαίνει στην Παρθένο η κάθαρση πού λέγουν οι Πατέρες38, όχι κάθαρση από προσωπικά αμαρτήματα πού δεν υπήρχαν, αλλά «προσθήκη χαρίτων39.
Όσοι δεν αποδέχονται την αναμαρτησία της Θεοτόκου προσπαθούν να στηρίξουν την άποψη τους σε ορισμένα αγιογραφικά χωρία και περιστατικά, πού δυστυχώς τα παρερμηνεύουν. Έτσι κατά τον γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας40 υποστηρίζουν ότι η Θεοτόκος «εκινήθη “εκ της ασθενείας της κενοδοξίας”», επειδή «ηνώχλησεν ακαίρως τον Κύριον όταν αρχικά αρνήθηκε ο Χριστός να κάνει το θαύμα καθώς τον προέτρεπε η Μητέρα Του»41. Άλλα νομίζουμε ότι εδώ ακριβώς φανερώνεται το μέγεθος της παρρησίας της Θεοτόκου, γιατί ο Χριστός παρά την αρχική Του άρνηση υπήκουσε στην Παναγία και έκανε το θαύμα42. Κάτι παρόμοιο συνέβη στο σχετικό θαύμα με μία από τις επτά θαυματουργές εικόνες πού φυλάσσονται στην Μονή μας, την Παναγία την Παραμυθία43. Για την περίπτωση κατά την οποία ο Χριστός μιλούσε στα πλήθη, ενώ η Μητέρα Του και οι νομιζόμενοι αδελφοί Του ήθελαν να του μιλήσουν και είπε ο Χριστός, ότι «όστις αν ποίηση το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν»44, υποστηρίχθηκε ότι με την απάντηση του ο Κύριος «κατήσχυνεν ήρεμα τον φιλόδοξον αυτής σκοπόν και το τυραννικόν πάθος της κενοδοξίας απήλασεν»45. Ο Χριστός όμως εδώ, όπως και σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις Του, δεν δείχνει οποιαδήποτε συναισθηματική προσκόλληση προς την Μητέρα Του, γι’ αυτό εξάλλου και στα ευαγγέλια δεν φαίνεται ποτέ να την αποκάλεσε «Μητέρα». Γιατί, οποίος δεν έχει βιώσει την εν Πνεύματι Αγίω αγάπη, μπορεί να παρερμηνεύσει αυτήν ως συναισθηματική. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο ειδών αγάπης· όση η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Επίσης ο Χριστός δεν ήθελε να έχει ως μαρτυρία για το έργο Του, την Μητέρα Του, γιατί, αφού απευθυνόταν κυρίως στους απίστους και σκληροτράχηλους Ιουδαίους, η μαρτυρία της θα ήταν ύποπτη. Κάτι τέτοιο προβάλλει και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όταν εξηγεί, γιατί οι ευαγγελιστές δεν ανέφεραν ρητώς ότι ο αναστάς Χριστός εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία Μητέρα Του46.
Ισχυρίζονται ακόμη κατά την σταύρωση του Χρίστου ότι «η ρομφαία πού διήλθε»47 την καρδία της Θεοτόκου οφειλόταν στην απιστία της και ότι σκανδαλίσθηκε και κλονίσθηκε με τον ατιμωτικό θάνατο του Χριστού48. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης όμως γράφει: «Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως αυτής. Η αγάπη αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν αυτής, άλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο αρά γε, ότε εκείνοι, τους οποίους αύτη τοσούτον ήγάπα και των οποίων την σωτηρίαν έπόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν αυτής; Δεν δυνάμεθα να συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους»49.
Βέβαια για να φανεί ότι η Θεοτόκος ήταν άνθρωπος και όχι θεά, γιατί ο Νεστόριος και άλλοι αιρετικοί έλεγαν, «υπό ανθρώπου δε Θεόν τεχθήναι αδύνατον»50, ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε το περιστατικό κατά το όποιο η Παναγία, όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν γνώριζε πού ήταν το παιδί της, ο Χριστός, και τον έψαχνε μαζί με τον Ιωσήφ τον μνήστορα επί τρεις ήμερες51. Τούτο όμως φανερώνει ένα αναμάρτητο σφάλμα και ότι δεν είχε την επί γης παγγνωσία, αφού ήταν άνθρωπος”.
Η Θεοτόκος δεν είχε ούτε συγγνωστά αμαρτήματα. Είχε τέλεια αναμαρτησία σε ό,τι άφορα τα έργα, τους λόγους και την κατά διάνοια αμαρτία53. Αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί από την γέννηση ως την κοίμηση της είχε αδιάλειπτη και αισθητή κοινωνία με την θεία Χάρη. «Ολόκληρη η ζωή της υπήρξε μία αδιάκοπη υπέρβαση της κλίσεως προς το κακό, μία διαρκής πορεία ανόδου και προόδου στην αρετή. Η Παναγία με τον άγιο βίο της υπερέβη το στάδιο της ασκήσεως και της καθάρσεως»54. Ο άγιος Σιλουανός γράφει αποκαλυπτικά: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε απώλεσε την Χάριν», γι’ αυτό «ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού»55.
Ο τρόπος θεωρήσεως του άνθρωπου, η μαρτυρία και η ομολογία του για το πρόσωπο και την αναμαρτησία της Κυρίας Θεοτόκου φανερώνουν και την εσωτερική πνευματική του κατάσταση. Βέβαια οι Προτεστάντες και οι Ρωμαιοκαθολικοί στέκουν στα δύο άκρα της υποτιμήσεως και υπερτιμήσεως του προσώπου της Παναγίας αντίστοιχα. Όμως και μέσα στον χώρο της Ορθοδοξίας οι ηθικιστές από την μια και οι νοησιαρχικοί από την άλλη έχουν σίγουρα λανθασμένη αντίληψη για την Υπεραγία Θεοτόκο, γιατί δεν στηρίζονται στην εμπειρική, υπαρξιακή κοινωνία μαζί της56. Οι ηθικιστές αποδέχονται την σωματική παρθενία της Θεοτόκου, όχι όμως και την πνευματική, γιατί πάντοτε μένουν στα «έξωθεν του ποτηριού»57. Οι νοησιαρχικοί δεν πιστεύουν στην αναμαρτησία της Παναγίας, γιατί δεν μπορεί να το αποδεχθεί αυτό η ευφυέστατη μεν και οξυδερκής, πεπερασμένη δε και αφώτιστη διάνοια τους. Ο μακάριος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, αυτός ο εμπειρικός θεολόγος, θεόπτης και κατ’ εμέ ο μεγαλύτερος θεολόγος του 20ου αιώνα, ομολογεί: «Ουδείς των ανθρώπων υπήρξεν άνευ αμαρτίας, εκτός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας»”8, «δι’ αυτής δε και χάριν αυτής η ιστορία του κόσμου εισήλθεν εις νέαν τροχιάν, ασυγκρίτως μεγαλειωδεστέραν παντός ό,τι υπήρχε προς αυτής»59. Αν κάποιος θεωρεί ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός60 και όχι μία οντολογική κατάσταση πώς μπορεί να διεισδύσει, να εμβαθύνει στο μυστήριο της Θεοτόκου;
Βέβαια «η βαθύτερη εμπειρία της Μητέρας του Κυρίου είναι κρυμμένη από εμάς και κανείς ποτέ δεν είναι δυνατόν να συμμερισθεί αυτήν την μοναδική εμπειρία»61. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ότι είναι. Κατά τον άγιο Αυγουστίνο «τρία δεν ηδυνήθη να κάμη τελειότερα ο Θεός, παρά πάσαν την παντοδυναμίαν Του. Την Σάρκωσιν, την Παρθένον και την μακαριότητα των δικαίων εν τη μελλούση ζωή»62.
Η Παναγία μας μέσα στην ορθόδοξη Λατρεία για το «θεότευκτο, πνευματικό κάλλος της, το αμήχανο και απερίγραπτο»63 την παναγιότητα, την αναμαρτησία της μεγαλύνεται με υπέροχους και θεολογικωτάτους ύμνους64, εγκωμιάζεται με υψηλούς, αποκαλυπτικούς και δυσπρόσιτους στην κοινή ανθρώπινη διάνοια λόγους65. Σε Αυτήν απευθύνονται πύρινες προσευχές66. Δεν αποδίδουμε την οφειλόμενη τιμή προς την Κυρία Θεοτόκο, αν ομολογούμε ότι ήταν άπλα ενάρετη και έζησε με ταπείνωση και υπακοή και δεν ομολογούμε το ανώτερο· ότι έζησε αναμάρτητα. Δεν ζηλοτυπεί ο Χριστός, δεν υποβιβάζουμε το πρόσωπο Του ως μοναδικό Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου67 αν ομολογούμε ότι η Παναγία Μητέρα Του είναι αναμάρτητη, όχι βέβαια κατά φύση άλλα κατά προαίρεση. Χρειάζεται να αποβληθεί η φοβία πού προέρχεται από προτεσταντίζουσα επιχειρηματολογία, ότι τιμώντας το πρόσωπο της Παναγίας την διαχωρίζουμε από τον Χριστό, από το μυστήριο της ενανθρωπήσεως. Τιμή και προσκύνηση προς την Παναγία δεν σημαίνει αποδοχή της Ρωμαιοκαθολικής Μαριολατρίας68. Η ορθόδοξη διδασκαλία για την Θεοτόκο ομιλεί και ερμηνεύει την ορθή θέση της μέσα στην Εκκλησία.
Ο πανάγιος βίος, η αναμαρτησία της Παρθένου, πού έγινε αφορμή για να γίνει Θεοτόκος πα! Θεομήτωρ εξηγούν αυτήν την ιδιαίτερη θέση Της, πού ομολογούμε ότι έχει μετά τον Θεό και πάνω από τους αγγέλους και τους αγίους. Με την υποστατική ένωση της θείας και ανθρωπινής φύσεως στο πρόσωπο του Χριστού και την δημιουργία της θεανθρωπίνης οικογενείας και κοινωνίας, η Παναγία γίνεται η Μητέρα της καινής κτίσεως.
Η Παναγία μας είναι το «μεθόριον μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως», η «μετά Θεόν θεός, η τα δευτερεία της Τριάδος έχουσα», η «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασύγκριτος των Σεραφείμ», η «αγία αγίων μείζων», αυτή πού «δύναται πάντα όσα θέλει» και μόνο σε αυτήν οφείλουμε «δουλική προσκύνηση, λατρευτική βέβαια προς τον Θεό και τιμητική προς τους αγίους»69. Γι’ αυτό, νομίζω, δεν θα είμαστε έκτος του πνεύματος των αγίων Πατέρων μας, αν απευθύνουμε το εφύμνιο προς την Παναγία μας: «Χαίρε, αναμάρτητε Θεόνυμφε Δέσποινα». Αμήν.
Υποσημειώσεις:
1. Άποκ. 5,1.
2. «Μέχρι γαρ της κατά την οικονομίαν υπηρεσίας αναγκαία η παρθενία, το δ’ εφεξής απολυπραγμόνητον τω λόγον του μυστηρίου». Μεγάλου Βασιλείου, Εις την αγίαν τον Χρίστου γέννησιν 5, ΡΟ31, 1468ΑΒ.
3. Βλ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπονδή στη διδασκαλία τον αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Θεσσαλονίκη 1996.
4. Ενώ οι Πατέρες του 4ου αιώνα πρόβαλαν ως πρότυπο τελειώσεως τον προφήτη Μωυση (βλ. αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί τον βίου Μωυσέως του νομοθέτου, η περί της κατ’ αρετήν τελειότητας, ΡG44, 297-429), ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θέτει την Παρθένο ως πρότυπο τελειώσεως και παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς στις ομιλίες του και ιδιαίτερα στην Ομιλία 53, Γρηγορίου Παλαμά Όμιλίαι ΚΒ’, εκδ. Σοφ. Οικονόμου, Αθήνησι 1861, σ. 131-180.
5. Βλ. αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 14, ΡG 151, 172ΒC.
6. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν 6, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 69.
7. Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Κοίμησιν 8, o.π., σ. 196.
8. Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, έκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ, σ. 224. Πρβλ. αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Αόρατος Πόλεμος, έκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ, κεφ. μθ’, σ. 165-166.
9. Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Κήπος Χαρίτων, έκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 41992, σ. 200.
10. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Άθωνίτης, Εσσεξ Αγγλίας 1999, σ. 492.
11. Αγίου Ιωάννου Δαμάσκηνου, Ιερά Παράλληλα, Τίτλ. ΙΓ’, ΡG 95, 1172ΑΒ.
12. Ενδεικτικά βλ. στην Δογματική του Π. Τρεμπέλα, όπου γράφει: «Ως προς δε την αναμαρτησίαν, την οποίαν η Δυτική Εκκλησία στηριζομένη ένθεν μεν επί του χαιρετισμού του αγγέλου, εν τω οποίω η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως κεχαριτωμένη, ένθεν επί της ιδέας, ότι εάν δεχθώμεν, ότι αυτή εγένετο ένοχος αμαρτίας, τούτο θα επεσκίαζε την τιμήν του υιού της, δεχόμεθα ταύτην μόνον ως σχετικήν, ύφ’ ην έννοιαν ο μεν Παύλος λέγει περί εαυτού ότι «κατά δικαιοσύνην την εν νόμω εγένετο άμεμπτος». Τί υπονοεί εδώ ο μακαριστός καθηγητής με τον όρο «σχετική»; Αν είχε αμαρτήματα η Θεοτόκος ή όχι, δεν φαίνεται καθαρά. Πιο κάτω όμως αναφέρει ότι «μόνος ο ιερός Αυγουστίνος εκδέχεται την Θεοτόκον ως τελείως απηλλαγμένην προσωπικών αμαρτιών». Και συνεχίζει- «πολλοί όμως εκ των λοιπών Πατέρων και συγγραφέων αποδίδουσιν εις την Παρθένον όχι μόνον την δυνατότητα, όπως αμάρτη άλλα και ότι δεν ήτο απηλλαγμένη αδυναμιών και ατελειών τίνων (δηλ. παθών)». Κατόπιν φέρνει μεμονωμένα χωρία Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων (Ωριγένη, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ζιγαβηνού), χωρίς όμως να εξετάζει τον λόγο, την αιτία πού έγραψαν κάτι τέτοιο, ούτε να τα συνδέει με την όλη διδασκαλία τους για την Θεοτόκο, όπου την «αποδεικνύει» εμπαθή! Βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β’, έκδ. Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 21979, σ. 213-215. Επίσης βλ. δ.π., σ. 215-216, τον προτεσταντίζοντα τρόπο με τον όποιο θέλει να ανατρέψει τις καινοτομίες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την Θεοτόκο, όπου μάλιστα παραξενεύεται, όταν ο L. Ott γράφει ότι «ουδεμία Χάρις μεταδίδεται εις τους ανθρώπους άνευ της ενεργού μεσιτείας αυτής». Δεν γνώριζε απ’ ότι φαίνεται ο κ. καθηγητής ότι με αυτό το σκεπτικό κατηγορείται και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, που γράφει τα έξης αποκαλυπτικά: «Ουκούν αυτή μεθόριόν εστί κτίστης και ακτίστου φύσεως, και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν, ει μη δι’ αυτής τε και του εξ αυτής τεχθέντος μεσίτου· και ουδέν αν εκ του Θεού των δωρημάτων, ειμή δια ταύτης, γένοιτο και αγγέλοις και ανθρώποις». Ομιλία 53, 23, Γρηγορίον Παλαμά Όμιλίαι ΚΒ’, έκδ. Σοφ. Οικονόμου, Αθήνησι 1861, σ. 159. 13. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου-Εύτυχιάδου, Η Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητας, Αθήνα 1990, σ. 57 ύποσημ. 1. Δηλαδή η Παναγία δεν είχε πολλές αμαρτίες, ήταν μειωμένες! Η διατριβή αυτή γράφτηκε, όπως φαίνεται και από τον επεξηγηματικό υπότιτλο της, ως «Συμβολή εις την ορθόδοξον τοποθέτησιν έναντι της ρωμαιοκαθολικής Ασπίλου Συλλήψεως και των συναφών ταύτη δογμάτων». Η κα Σπουρλάκου στην προσπάθεια της να ανατρέψει το ρωμαιοκαθολικό δόγμα χρησιμοποιεί σε γενικές γραμμές προτεσταντίζουσα επιχειρηματολογία, σε πολλά σημεία φάσκει και αντιφάσκει χρησιμοποιώντας αστόχως πλήθος Πατερικών και μη χωρίων, κάνοντας έτσι όλη την μελέτη κάπως «φλύαρη» (σύνολο σελίδων 646). Ως προς το θέμα της αναμαρτησίας της Παναγίας δεν είναι ξεκάθαρη η θέση της. Για παράδειγμα, έκτος το «της αμαρτίας εν υφέσει», πού αναφερθήκαμε παραπάνω, στην αρχή της σελίδας 53, ενώ γράφει ότι η Παναγία «έλαβε την χάριν του μη αμαρτάνειν», στην ίδια σελίδα λίγο πιο κάτω γράφει ότι είχε ατέλειες και συγγνωστά ελαττώματα. Το συγγνωστό όμως ελάττωμα αμάρτημα είναι ουσιαστικά η συγκατάθεση στην κατά διάνοια αμαρτία. Επίσης βλ. σ. 628, όπου η αναμαρτησία της Θεοτόκου παρομοιάζεται (υποβιβάζεται ουσιαστικά) με αυτήν των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης και ότι η αγιότητα της Θεοτόκου «είναι εφικτή παντί τω έχοντι την αυτήν δεκτικότητα». Πρβλ. σ. 55, όπου γράφει «περι εξομοιώσεως και ταυτίσεως εκάστου χριστιανού μετά της (αγιότητας) της Θεομήτορος». Βέβαια δεν έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε λεπτομερή κριτική της διατριβής της κας Σπουρλάκου, αλλά νομίζουμε (και πιστεύουμε ότι δίχως την θέληση της) στην μελέτη αυτή υποβιβάζεται το πρόσωπο της Θεοτόκου. Ποιος μπορεί να φθάσει την αγιότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου; Ή μήπως και αυτή θα κριθεί, όπως λέγουν οι Πεντηκοστιανοί; Διαφορετικό είναι να λέμε ότι η Θεοτόκος αποτελεί πρότυπο βίου για τον χριστιανό και άλλο είναι να θεωρούμε ότι μπορούμε να εξομοιωθούμε με αυτήν, να έχουμε την ίδια δεκτικότητα αγιότητος.
14. Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 8, Αθήναι 1966, σ. 675, όπου ο κατά τα άλλα εμβριθής και πρωτοπόρος στις μελέτες του για την Θεοτόκο κ. καθηγητής (αυτόν ακολουθεί ο Π. Τρεμπέλας, σχεδόν αντιγράφει η Άμ. Σπουρλάκου) φοβούμενος ότι η τελεία αναμαρτησία της Παναγίας (όχι βέβαια κατά φύση αλλά κατά θέληση, κατά προαίρεση) προέρχεται από την άσπιλη σύλληψη πού προσβάλλει το αναμάρτητο του Κυρίου, μεταθέτει την αναμαρτησία της είτε μετά τον Ευαγγελισμό, είτε μετά την Ανάσταση, είτε μετά την Πεντηκοστή. Η φοβία του αυτή είναι αισθητή και στην μελέτη του Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, όπου στο κεφ. «Το αναμάρτητον της Θεοτόκου εξ επόψεως Ορθοδόξου», σ. 78 κ.έ. προβάλλει Σύρους και μονοφυσίτες θεολόγους ως υποστηρικτές του αγνοώντας την μετά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό Πατερική Παράδοση. Ενώ θεωρεί ότι ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει περί καθαρότητας κα! αναμαρτησίας της Θεοτόκου «υπό λατινικήν σχολαστικήν επίδρασιν διατελών», βλ. o.π., σ. 86.
15. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητος, Αθήνα 1990, σ. 57. Έξαλλου και ο ορθόδοξος χριστιανός μόλις βαπτισθεί δεν είναι μόνο δυνάμει αλλά και ενεργείς αναμάρτητος.
16. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου, ο.π., σ. 53. Πρβλ. Ιωάννου Καλογήρου, «Μαρία», υ.π., σ. 675.
17. Βλ. Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι, 21956, σ. 191-193. Επίσης και ημέτεροι θεολόγοι, παρερμηνεύουν την αναμαρτησία του Χρίστου. Για παράδειγμα βλ. Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί Τριάδος και Χρίστου διδασκαλία της Παρακλητικής, εν Αθήναις 1962, σ. 32, οπού ο Χριστός παρουσιάζεται θελήσει αναμάρτητος και όχι φύσει.
18. Βλ. εισήγηση μας, «Η χρήση λογικής και νοεράς ενέργειας του ανθρώπου κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά», Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών και Λεμεσού, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου 2000, σ. 776.
19. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 81999, σ. 247.
20. Βλ. ό.π., σ. 250. Πρβλ. το όραμα πού είδε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με την μεταβολή του γάλακτος σε οίνο, όπου ο ηθικός λόγος του ανυψώθηκε σε δογματικό μετά από 18 έτη μοναχικής ασκήσεως. Φιλόθεου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εγκωμιαστικός εις Γρηγόριον Παλαμά», ΡΟ 151, 580ΑΒ.
21. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως». Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 274.
22. «Η πνευματική παρθενία είναι αναμαρτησία». Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 136.
23. Το δόγμα αυτό της Παπικής Εκκλησίας έφερε ως λογικό επακόλουθο ένα άλλο δόγμα, αυτό της ενσώματης μεταστάσεως της Θεοτόκου (Αssumptio) πού διατυπώθηκε από τον πάπα Πιο ΙΒ’ το 1954. Αν οι Ρωμαιοκαθολικοί ομιλούσαν ρητώς για φυσικό θάνατο της Παναγίας, θα συμφωνούσαν και οι Ορθόδοξοι, αφού κατά την Παράδοση μετά την κοίμηση η Παναγία αναλήφθηκε εν σώματι στους ουρανούς και τεκμήριο της μεταστάσεως της αποτελεί η Αγία Ζώνη πού παραδόθηκε στον απόστολο Θωμά. Ο καθηγητής Μέγας Φαράντος, προτεσταντίζων και αυτός στην διδασκαλία του περί της Θεοτόκου, δεν αποδέχεται την ενσώματη μετάσταση, βλ. Μέγα Φαράντου, Δογματικά και ηθικά Ι, Αθήναι 1983, σ. 270-271. Και φυσικά θεωρεί σχετική την αναμαρτησία της Παναγίας, βλ. ο.π., σ. 268-269.
24. Βλ. και την μαρτυρία του μακαρίου Γέροντος Παίσιου για την ανήδονη σύλληψη της Θεοτόκου, στο Ιερομόναχου Ισαάκ, Βίος τον Γέροντος Παϊσίον τον Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 171-172.
25. Βλ. αγίου Μαξίμου Ομολογητού, Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών, ΡG 90, 901CD. Πρβλ. άρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σ. 130.
26. Λουκ. 1,38.
27. «Μόνη η Παρθένος Μαρία ήτο ο αντάξιος της θείας ενανθρωπήσεως ναός! Ο Θεός Λόγος απέβλεψεν εις την έκπαγλον ωραιότητα της Ψυχής της, ώστε να δανεισθή εκ των τιμίων αιμάτων της την ανθρωπίνην αυτού φύσιν. Μήτηρ ανταξία του Δεσπότου και Υιού της»! Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί Τριάδος και Χρίστου διδασκαλία της Παρακλητικής, εν Αθήναις 1962, σ. 33.
28. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 37, Εις την Κοίμησιν, ΡG 151, 465Β. Δεν συμφωνούμε με την σχολαστική άποψη ότι η Παναγία θα μπορούσε να είχε έγγαμο βίο και να υπηρετούσε ανεμπόδιστα στο σχέδιο της θείας ενανθρωπήσεως. Άν αυτό ήταν προτιμότερο από τον παρθενικό βίο, τότε γιατί δεν το πραγματοποίησε ο Θεός;
29. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, II θεομήτωρ, Εις τον Ευαγγελισμόν 3, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 126.
30. Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν κληρονομεί συμμετέχει στην ενοχή της αμαρτίας των προπατόρων Αδάμ και Εύας, άλλα δέχεται τις συνέπειες της ασθενούσης πλέον ανθρωπινής φύσεως, την φθορά, τα αδιάβλητα πάθη, τον θάνατο. Το να αισθάνεται κάποιος ότι είναι ένοχος για την προπατορική αμαρτία και ότι γι’ αυτό τιμωρείται από τον Θεό μαρτυρεί επίδραση από την δυτική δικανική διδασκαλία περί πτώσεως. Βλ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα Ί992, σ. 154 και σ. 160-161. Δεν αμαρτήσαμε εμείς στο πρόσωπο του Αδάμ, ούτε έγιναν όλοι αμαρτωλοί εξαιτίας του Αδάμ. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύοντας το χωρίο του αποστόλου Παύλου, «ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου (Αδάμ) αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί» (Ρωμ. 5,19), γράφει: «Ούτως αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ουχ ως τω Αδάμ συμπαραβεβηκότες, ου γαρ ήσαν πώποτε, άλλ’ ως της εκείνου φύσεως όντες της υπό νόμον πεσούσης τον της αμαρτίας… ηρρώστησεν η ανθρώπου φύσις εν Αδάμ δια της παρακοής την φθοράν, εισέδυ τε ούτω αυτήν τα πάθη», ΡΟ74, 789Β.
31. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκθεσις πίστεως 26, ΡG94, 924ΑΒ.
32. «Αλλά τούτο ζητών εποίησεν, ίνα, γεννηθήναι δεήσαν, την μητέρα παρ’ αυτής λαβή». Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η θεομήτωρ, Εις τον Ευαγγελισμόν 8, έκδ. Π. Νέλλα, δ.π., σ. 150.
33. Γεν. 1,31.
34. Κολασ. 2,9.
35. Βλ. Λουκ. 1,35.
36. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 14, ΡG151, 176.
37. Βλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 130.
38. «Μετά ούν συγκατάθεσιν της αγίας Παρθένου, Πνεύμα άγιον επήλθεν έπ’ αυτήν κατά τον Κυρίου λόγον, ον είπεν ο άγγελος, καθαίρον αυτήν». Αγίου Ιωάννου Δαμάσκηνου, Εκδοσις ορθοδόξου πίστεως 46, ΡΟ94, 985Β.
39. «Ει δε προκεκαθάρθαι τω Πνεύματι την Παρθένον εισίν οι φασι των Ιερών διδασκάλων, αλλά την κάθαρσιν προσθήκην χαρίτων αυτοίς βούλεσθαι χρή νομίζειν, οι και τους αγγέλους τον τρόπον τούτον φασι καθαίρεσθαι, παρ’ οίς ουδέν πονηρόν». Άγιου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν, 10, έκδ. Π. Νέλλα, o.π., σ. 84.
40. Βλ. Ίω. 2,1-10.
41. Βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, ο.π., σ. 214. Ο Τρεμπέλας στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην 21η ομιλία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον ευαγγελιστών Ιωάννην, όπου όμως το επίκεντρο της ομιλίας του Χρυσοστόμου είναι όχι το πρόσωπο της Θεοτόκου αλλά η ηθική διδασκαλία «μη τοίνυν μέγα φρονώμεν επί ευγένεια τη κατά σάρκα, αλλά καν μύριους έχωμεν προγόνους θαυμαστούς, αυτοί σπουδάσωμεν υπερβαλέσθαι τας εκείνων αρετάς», Εις τον ευαγγελιστήν Ιωάννην, Όμιλία 21, ΡG59, 132. Όποτε ο Χρυσόστομος με την ρητορική δεινότητα του αναπτύσσει αυτήν την ιδέα σε όλη την ομιλία και όχι βέβαια προς υποτίμηση της Μητέρας του Χριστού, αφού ο Χριστός «σφόδρα αυτήν ετίμα», o.π., ΡΟ59, 131.
42. «Η Παναγία κατάλαβε ότι ο λόγος του Χριστού δεν ήταν άρνηση να εκπληρώσει την παράκληση της», ίερομ. Γρηγορίου, Η Υπεραγία Θεοτόκος, Άγιον Όρος 1994, σ. 39. Οι λόγοι της Παναγίας, «ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε» (Ιω. 2,5) αποτελούν την Διαθήκη της Θεοτόκου, ως ο μοναδικός λόγος της πού αναφέρεται στον Χριστό και ταυτόχρονα ο τελευταίος θεομητορικός λόγος που κατέγραψαν οι Ευαγγελιστές. Βλ. ίερομ. Γρηγορίου, ο.π., σ. 38-42.
43. Βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Θαυματουργές εικόνες και άγια λείψανα», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίον, Παράδοση-Ιστορία-Τέχνη, τόμ. Α’, Άγιον Όρος 1996, σ. 118.
44. Βλ. Ματθ. 12,46-48. Πρβλ. Λουκ. 8, 19-21.
45. Βλ. Π. Τρεμπέλα, o.π., σ. 215. Η δε Άμ. Σπουρλάκου αναγράφει το χωρίο Λουκ. 8,21 στο εξώφυλλο του βιβλίου της. Και οι δυο παραθέτουν τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (Εις το κατά Ματθαίον, Ομιλία 44, ΡΟ 57, 463-472) για να θεμελιώσουν την άποψη τους ότι η Παναγία δεν ήταν αναμάρτητη, είχε μάλιστα και πάθη. Όμως παρερμηνεύουν τον Χρυσόστομο αφού δεν κατανοούν τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης ομιλίας του. Ο άγιος ήθελε σε αυτήν την ομιλία να τονίσει την αξία της αρετής, που δεν έγκειται σε συγγένεια αλλά σε προαίρεση, γι’ αυτό τονίζει στην ίδια ομιλία: «μήτε επί παισιν ευδοκίμοις μέγα φρονώμεν, αν μη την αρετήν αυτών έχωμεν μήτε επί πατράσι γενναίοις, εάν μη ώμεν αυτοίς ομότροποι», ΡG57, 466.
46. «Καν οι ευαγγελισταί ταύτα πάντα φανερώς ου λέγουσι, μη θέλοντες την Μητέρα προφέρειν εις μαρτυρίαν, ίνα μη τοις απίστοις υποψίας αφορμήν δώσιν». Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 18, ΡG 151, 237D.
Επίσης πολλοί ερμηνευτές, όπως ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, θεωρούν ότι με αυτήν την παρομοίωση ο Χριστός έθεσε την Μητέρα Του ως πρότυπο και κορυφή αγιότητας. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν 10, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 86. Πρβλ. Ίερομ. Γρηγορίου, Η Υπεραγία Θεοτόκος, o.π., σ. 41.
47. Βλ. Λουκ. 2,35.
48. Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 96 κ.έ.
49. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1999, σ. 490-491.
50. Βλ. Ιω. Καρμίρη, Τα. Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 1, εν Αθήναις 1952, σ. 138.
51. Βλ. Λουκ. 2,44-46.
52. Βλ. και άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο.π., σ. 492.
53. Αυτήν την «τριχώς αναμαρτησία» της Παναγίας ομολογεί και ο πατριάρχης Κύριλλος Α’ Λούκαρις σε ομιλία του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Βλ. Ί. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου και, Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 2, εν Αθήναις 1953, σ. 711.
54. Ευτυχίας Γιούλτση, II Παναγία πρότυπο πνευματικής τελειώσεως, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 87. Η κα Γιούλτση ως προς την αναμαρτησία της Παναγίας γράφει σαφέστατα ότι «με τον πανάγιο βίο της η ίδια απέφυγε παντελώς την αμαρτία, και είναι η μόνη μεταξύ των ανθρώπων άνευ αμαρτίας», ο.π., σ. 89. Επίσης και ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν στο άρθρο του «Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία», περιοδικό Επίγνωση, τχ. 86, Φθινόπωρο 2003, σ. 13, είναι σαφής ως προς την αναμαρτησία της Παναγίας όταν γράψει ότι, «κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου».
55. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο.π., σ. 490.
56. Η εμπειρική αυτή κοινωνία δημιουργείται μέσω της προσευχής, κυρίως όμως μέσα στο σώμα του Χριστού. «Το σώμα του Χριστού είναι ενιαίο και αδιαίρετο. Είναι το σώμα πού γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Είναι το σώμα πού κοινωνούν οι πιστοί στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτό το σώμα δημιουργεί την καινή κτίση. Αυτό είναι η χώρα των ζώντων, πού φανέρωσε στον κόσμο η χώρα του αχώρητου, η Παρθένος Μαρία, η μητέρα της καινής κτίσεως». Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκον και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 277. Υπό αυτήν την έννοια, μέσα στο σώμα του Χριστού, βλέπει και ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, αυτός ο Θεοτοκόφιλος Αγιορείτης, «την υπερφυεστάτην συγγένειαν όπου από την Παναγία και γλυκεία μας Μανούλα ελάβομεν». Γέροντος Ιωσήφ, Θείας Χάριτος εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Επιστολή 13, έκδ. Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου 2005, σ. 172. Έτσι εξηγείται και ο υπερβολικός ίσως χαρακτηρισμός του μακαρίου Γέροντος Αθανασίου Ίβηρίτη «σκύλοι!» σε όσους δεν σέβονταν την Παναγία. Βλ. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιακού, Ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, Ο θερμός λάτρης της Πορταίτισσας (1885-1973), Αθήνα 22002, σ. 40.
57. Ματθ. 23,25.
58. Άρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστίν, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σ. 240.
59. Άρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 342.
60. «Η θέωσις, βεβαίως, αυτή δεν νοείται, ει. μη εν ηθική έννοια». Αμαλίας Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, ΊΙ Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητας, Αθήνα 1990, σ. 433.
61. Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 134.
62. Το χωρίο το δανεισθήκαμε παρά του Μονάχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, Ο θερμός λάτρης της Πορταΐτισσας (1885-1973), Αθήνα 22002, σ. 41.
63. Θεοκλήτου Μονάχου Διονυσιάτου, Η Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 39.
64. Ή υμνολογία της Εκκλησίας δεν είναι υπερβολική, άλλα θεολογική και σωτηριολογική. Ο καθηγητής της Δογματικής κ. Δ. Τσελεγγίδης αποφαίνεται: «Η διδασκαλία της Εκκλησίας για την Θεοτόκο, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την υμνογραφία των θεομητορικών εορτών, δεν διαφοροποιείται από τις δογματικές αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων, που ασχολήθηκαν με την μητέρα του Θεανθρώπου». Δ. Τσελεγγίδη. «Η θεοτοκολογία στην υμνολογία των θεομητορικών εορτών», Ορθόδοξη θεολογία και ζωή. Θεσσαλονίκη 2005. σ. 48. Δεν συμφωνούμε με τον κ. Καλογήρου όταν μιλά για «ποιητικές και ρητορικές εξάρσεις και υπερεξάρσεις» σε τροπάρια για την Θεοτόκο (βλ. Ίω. Καλογήρου, Μαρία η Αειπάρθενος, ό.π., σ. 108-109) ή όταν προσπαθεί να αντιταχθεί στον Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη σχετικά με τον ύμνο «Χαίροις μετά Θεόν ή θεός…» (βλ. Ίω. Καλογήρου, «Η ορθόδοξος συμβολή εις την σύγχρονον επιδίωξιν, κοινής χριστιανικής εκφράσεως της περί της Θεοτόκου Μαρίας αληθείας και της προς αυτήν τιμής», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 693-694. Ούτε συμφωνούμε με τον Ίω. Καρμίρη όταν γράφει: «Τα ούτω μεταφορικώς και ποιητική αδεία λεγόμενα και αδόμενα εν τη καθόλου Λατρεία δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά γράμμα, ως μη ανήκοντα εις την ουσίαν των ορθοδόξων δογμάτων», Ίω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 1, εν Αθήναις 1952, σ. 245-246, υποσημ. 4. Ο μακάριος Γέροντας Πορφύριος αγίασε μελετώντας και εντρυφώντας στους ύμνους της Παρακλητικής, Μηναίων κ.ά. (βλ. Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, βίος και Λόγοι, Ι.Μ. Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σ. 176-177). Και ο μακάριος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλικης δεν είχε την δυνατότητα μελέτης πατερικών κειμένων, αλλά εντρυφούσε στα λειτουργικά βιβλία (βλ. Στυλ. Παπαδόπουλου, Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης, Αθήνα 21995, σ. 72-73.
65. Ενδεικτικά βλ. τους λόγους των αγίων, Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 53 (Εις τα Είσόδια)· Νικολάου Καβάσιλα, Εις τον Εναγγελισμόν Ανδρέου Κρήτης, Εις το Γενέσιον Ιωάννου Δαμασκηνού, Εις την Κοίμησιν.
66. Οι άγιοι Πατέρες μας έχουν αφήσει γραπτά δείγματα των εμπύρων και εντόνως ικετευτικών προσευχών τους προς την Παναγία. Ο όσιος Κάλλιστος με πνεύμα συντετριμμένο και τεταπεινωμένο αλλά και φλεγόμενο από θείο έρωτα προσεύχεται: «Διό μη με παρίδης, Πανάχραντε- πάντες γαρ παρείδον και παρήλθόν με, ορώντές μου το ανίατον, Προφήται, Απόστολοι, Δίκαιοι, θείοι Πατέρες, και υπελείφθην μόνος… (γι’ αυτό βοά προς την πανύμνητο Θεοτόκο) την πάντα δυναμένην, την πάντα ανύουσαν», Ά.Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσενχητάριον, έκδ. Πελεκάνος, Αθήνα, χ.χρ., σ. 329.
67. Βλ. την σχολαστική θεώρηση και σύνδεση αναμαρτησία και Σωτήρ, που διαπνέει τον Μητροφάνη Κριτόπουλο και αποδέχεται ο Ιωάννης Καλογήρου. Ο συλλογισμός έχει ως έξης: Ο Χριστός είναι Σωτήρ. Ο Χριστός είναι αναμάρτητος. Η Θεοτόκος δεν είναι Σωτήρ. Άρα η Θεοτόκος δεν μπορεί να είναι αναμάρτητη. Με την ίδια λογική όμως μπορούμε να διερωτηθούμε: Οι άγγελοι είναι αναμάρτητοι, μήπως είναι και Σωτήρες; Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν. Θεσσαλονίκη 1957, σ. 93.
68. Αυτή η αντιρωμαιοκαθολική πολεμική επηρέασε ακόμη και ενάρετους ανθρώπους, όπως τον άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, ο όποιος αφενός ανατραφείς στην Δύση και μη έχοντας πρόσβαση στα κείμενα των Πατέρων (Ιδιαίτερα Γρηγορίου Παλαμά και Νικολάου Καβάσιλα) αφετέρου μη έχοντας την ικανότητα και το χάρισμα της θεολογίας, παρόλη την έκδηλη αγιότητα του με το διορατικό και ιαματικό χάρισμα που κατείχε, έπεσε στο σφάλμα να γράψει ότι η Θεοτόκος δεν ήταν απαλλαγμένη από προσωπικές αμαρτίες. Βλ. αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς, Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Αθήνα 2005, σ. 66 κ.έ. Βέβαια στο τέλος της μελέτης του ο Μαξίμοβιτς γράφει ότι η Παρθένος «απώθησε κάθε παρόρμηση προς αμαρτία», (ο.π., σ. 86), ίσως για να μετριάσει αυτά που έγραψε προηγουμένως. Πάντως στο βιβλίο αυτό δίνει μία συγκεχυμένη άποψη για την αναμαρτησία της Παναγίας.
69. Βλ. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα τον Θεού, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 59.
Από το βιβλίο του «Αθωνικός λόγος»,
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2010
Εισήγηση στο Θεομητορικό Συνέδριο «Παναγία η Πάντων Χαρά»,
Χανιά, 19-20 Νοεμβρίου 2005

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Το γλυκύτατο πρόσωπο της Παντανάσσης Μαριάμ,

   Στην εποχή μας συνήθως πετυχημένοι άνθρωποι θεωρούνται εκείνοι που έχουν βάλει υψηλούς στόχους στη ζωή τους και τους έχουν κατακτήσει. Ακόμη πετυχημένοι  θεωρούνται όσοι έχουν καταφέρει να αποκτήσουν πλούτη, αναγνωρισημότητα και δόξα επίγεια. Κι όμως όλοι αυτοί μετά το θάνατό τους ξεχνιούνται.Εν αντιθέσει μ’αυτούς υπάρχει ένα πρόσωπο που γεννήθηκε χωρίς να έχει υψηλούς στόχους στη ζωή του, χωρίς να έχει πλούτη και δόξα επίγεια. Τούτο το πρόσωπο τιμάμε σήμερα και θα το τιμάμε αιωνίως, διότι έχει ξεχωριστή θέση στην εκκλησία μας και στην καρδιά μας. Το γλυκύτατο πρόσωπο της Παντανάσσης Μαριάμ, της οποίας την κοίμηση εορτάζουμε.Τρία είναι αδελφοί τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής της Θεοτόκου:
α) Ήλθε σ’αυτήν τη ζωή χωρίς να έχει δικούς της στόχους και δικό της θέλημα. Η Παναγία ζει κυριολεκτικά «ουκέτι εν εαυτή, ζη δε εν αυτή ο Χριστός».Η ζωή της πριν τον Ευαγγελισμό είναι  προετοιμασία για να γεννήσει τον Χριστό  (3 έως 15 ετών στο Ναό: Εισόδια). Μετά δε τη γέννηση του Κυρίου η ζωή της είναι ζωή με τον Χριστό. Η Αειπάρθενος είναι λοιπόν αφοσιωμένη στον Υιό της μέχρι την Σταύρωση , την Ανάσταση και Ανάληψή Του.Θέλοντας ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός να δείξει πως η Μαριάμ δεν είχε στην ζωή της δικούς της στόχους, αλλά είχε ταυτίσει τη ζωή της με το θέλημα του Θεού, γράφει τα ακόλουθα απευθυνόμενος σ’αυτήν:  « Έξης γαρ ου σεαυτη, ου γαρ σεαυτής ένεκα γεγένησαι, όθεν έζης Θεώ, δι’ον εις τον βίον ελήλυθας, όπως τη παγκοσμίω εξυπηρετήσεις σωτηρία».
  β)  Η Παναγία δεν έζησε μια ζωή άνεσης και καλοπέρασης, αλλά έζησε εν πτωχεία, εν αφανεία, εν προσευχή, εν διωγμώ (π.χ. φυγή στην Αίγυπτο). Επίσης έζησε έχοντας ως βίωμά της τον πόνο διότι είδε να καταδιώκουν τον Υιό της ο Ηρώδης, οι αρχιερείς, οι γραμματείς οι Φαρισαίοι, ακόμη και οι πατριώτες του οι Ναζαρηνοί.Ας ακούσουμε λοιπόν πώς περιγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς την συμπεριφορά των Ναζαρηνών απέναντι στο Χριστό: «Εξέβαλον αυτόν έξω της πόλεως (της Ναζαρέτ) και ήγαγον αυτόν έως της οφρύος του όρους …εις το κατακρημνίσαι Αυτόν». (Λουκά δ΄ 29)

Η Παναγία μας ως βασίλισσα του πόνου – Πρωτοπρ. Θωμά Παπαδοπούλου.


Είναι αλήθεια , ότι η Παναγία μας, από την στιγμή που δέχθηκε το χαρμόσυνο άγγελμα του ερχομού του Λυτρωτού στον κόσμο κι ότι θα γίνει μητέρα του Θεού, από εκείνη την στιγμή, άρχισε ο πόλεμος του διαβόλου εναντίον της.
Και βλέπουμε να βρίσκεται στον πρώτο πόνο η Υπεραγία Θεοτόκος, να μην βρίσκει τόπο να εναποθέσει τον Υιό και Λόγο του Θεού. «Ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι». Και βρέθηκε σ’ ένα σπήλαιο μέσα, εκεί με τα άλογα ζώα. Σαν ο πιο φτωχός άνθρωπος στον κόσμο ήρθε ο Χριστός μας.
Μετά άρχισε ο άλλος πόνος στην Παναγία μας, ο διωγμός του Ηρώδη. «Άγγελος Κυρίου εφάνη κατ’ όναρ τω Ιωσήφ λέγων, παράλαβε το παιδίον και την μητέρα και φεύγε εις την Αίγυπτον». Ξενιτεύεται η Παναγία μας.
Στην συνέχεια, ακολουθεί ο πόνος ο οποίος προερχόταν από την εχθρική στάση των Γραμματέων και των Φαρισαίων προς τον Υιόν της και Θεόν μας. Και αυτή η στάση ήταν συνεχής και ο πόνος της παναγίας μας ήταν συνεχής. Έβλεπε όλους αυτούς να Του φέρονται με τον πιο χειρότερο τρόπο, να Του κάνουν παραπλανητικά ερωτήματα, να προσπαθούν να Τον παγιδεύσουν. Έβλεπε την πώρωση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι δεν παραδέχονταν τα θαύματα που έκανε ο Κύριός μας.
Πόνεσε πολύ όταν έμαθε την προδοσία του Κυρίου μας από τον μαθητή Του. Πόνεσε φοβερά όταν Τον συνέλαβαν, όταν Τον έφτυναν, Τον ύβριζαν, Τον κτυπούσαν , Τον ειρωνεύονταν, όταν Του έβαλαν το ακάνθινο στεφάνι. Κορυφώθηκε δε ο πόνος στην σταύρωση.
Ήρθε όμως η Ανάσταση και χάρηκε η Παναγία μας. Αλλά η χαρά της Παναγίας μας είναι ολοκληρωμένη, όπως και ο πόνος της Παναγίας μας είναι μεγάλος. Και συνυπάρχουν αυτά τα δύο στην Παναγία μας κι εξακολουθούν να συνυπάρχουν. Γιατί;
Δεν τελείωσε ο πόνος της Παναγίας μας με την σταύρωση του Κυρίου μας, αλλά συνεχίζεται, όταν βλέπει τους πιστούς, τους ανθρώπους, τους βαπτισμένους στο όνομα της Αγίας Τριάδος , να παραφέρονται, να υβρίζουν, να βλασφημούν, να κατακρίνουν, να αντιπαθούν, να μισούν. Και ο πόνος της Παναγίας μας πλεονάζει, όταν βλέπει τις ασθένειες, τους θανάτους, όταν βλέπει διάχυτο πόνο μέσα στην οικογένεια, όταν βλέπει πλήθος, πλήθος πόνου μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Και γι’ αυτό, ως βασίλισσα του πόνου, η Παναγία μας προστρέχει στον ανθρώπινο πόνο και προσφέρει το δώρημα «προς το συμφέρον της αιτήσεως», αρκεί ο προσευχόμενος και η προσευχομένη να έχουν βαθύτητα πίστεως και προσηλώσεως προς τον Υιό της.

Πρωτοπρ. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Ο πόνος και η αγάπη της Παναγίας





Οι άγιοι Πατέρες και οι ιεροί υμνο­γρά­φοι όταν ομιλούν για την Πα­να­γία, εκπλήσσονται μπροστά στη μεγαλο­σύνη της και την ατενίζουν με δέος ιερό. Θαυμάζουν τον υπερφυή τόκο της,  υμνούν το ύψος των πνευ­­ματικών της χαρισμάτων, δοξάζουν  τον Τριαδικό Θεό για την πρέ­σβει­ρα του ανθρωπίνου γένους στον ουρανό. Γνωρίζουν ότι, τον έμψυχο ναό του Θεού δεν μπορούν να αγγίξουν χέρια αμύη­των. Ζητούν με τα­πεί­νωση από τον Δωρεοδότη  Κύριο να τους χαρίζει γλώσσα, προ­φο­ρά και λογισμό α­κα­ταί­σχυντο, λάμψη θεϊκή και φωτισμένο νου, για να πε­­ρι­γράφουν το «υπέρ λόγον και έννοιαν» μυστήριο της θείας εναν­θρώ­πησης. Πάντοτε συνδέ­ουν το ιερό πρόσωπό της με το πρόσωπο του Σωτήρος Χρι­στού.



            Η Παναγία αγάπησε πολύ και πόνεσε πολύ. Βίωσε και γεύθηκε τον πόνο, την προσφυγιά, την περι­φρό­νηση, τον ονειδισμό και την ανθρώπινη κακία σε απερίγραπτο βαθμό. Η προφητεία του Συμεών είναι ενδεικτική: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται  ρομφέα» (Λουκ. 2,35). Ο Γέρο­ντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει: «Η Παναγία μας, πόνεσε πιο πο­λύ απ΄ όλες τις γυναίκες, πιο πολύ απ΄ ό­λες τις μανάδες του κόσμου, γι­α­τί κανέ­να δεν έβλαψε, σε κανένα δεν έκα­νε κακό, κι΄ όμως Της έκαναν το με­γαλύτερο κακό όλης της οικουμένης. Σταύ­ρωσαν Τον Υιό Της. Και α­ντι­κρύζοντάς Τον πάνω Στο Σταυρό,  πόνεσε τόσο η καρδιά της… Γι΄ αυτό μπορεί να καταλάβει την κάθε πονεμένη ύπαρξη, και συ­μπά­σχει με τον κάθε άνθρωπο που πονά, γιατί ακριβώς , ξέρει τι πάει να πει πόνος».

Η ζωή της Παναγίας- από την Πεντηκοστή μέχρι την Κοίμηση (άγνωστα στοιχεία)




Ήρθε η ώρα που οι Απόστολοι θα διασκορπίζοντο στη γη για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο. Όμως για το που θα πήγαινε ο καθένας, θα έριχναν κλήρο. Έβαλαν κλήρο και για την Παρθένο. Ο κλήρος έδειξε για Αυτή την μακρινή χώρα των Ιβήρων. Το δέχθηκε. Και ετοιμάζονταν. Όμως ο Υιός της είχε άλλο σχέδιο. Της παραγγέλνει με τον αρχάγγελο Γαβριήλ : «Μη πας στην Ιβηρία. Μη φεύγεις από την Ιουδαία. Πήγαινε προ στιγμή στη χερσόνησο του Άθω.» (τότε κατοικείτω από ειδωλολάτρες).
Ενώ το είχε «χωνέψει», πως θα πήγαινε στην Ιβηρία, τώρα αλλάζει τα σχέδια. (Τόσο εύκολα…) Ξεκίνησε με τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για τον Άθω (σήμερα Άγιον Όρος) . Καθώς έμπαινε στο λιμάνι (πάντα κατά την παράδοση) έγιναν τέρατα και σημεία.
Τα δένδρα, τα σπίτια και η κορυφή του Άθω, προσκυνούσαν την μεγάλη επισκέπτρια.
Το μεγάλο άγαλμα του Δία, που στέκονταν στην κορυφή, έπεσε στο γκρεμό, κάνοντας μεγάλο κρότο. Έγινε συντρίμμια.
Τα άλλα αγάλματα εκραύγαζαν : «Άνδρες του Απόλλωνος πηγαίνετε στο λιμάνι του Κλήμεντος. Προϋπαντήστε την Μαρία, τη Μητέρα του Θεού». Ευθύς τα αγάλματα αυτά εκονιορτοποιήθησαν. (Ήδη ο Υιός της ετοίμασε το έδαφος για πνευματική σπορά). Τρόμος κυρίευσε τους κατοίκους. Κατέβηκαν στο λιμάνι. Υποδέχτηκαν με δέος την Μητέρα του Κυρίου. Και άκουσαν από το πανάγιο στόμα της το μήνυμα της σωτηρίας.
Η Θεοτόκος ευχαρίστησε τον Κύριο και τον παρακάλεσε :
– Να προστατεύει τον τόπο αυτό μέχρι της συντέλειας του αιώνος από αοράτους και ορατούς εχθρούς. Και να του χαρίζει όλα τα αγαθά.
Και ο Υιός της της απάντησε :
– Ότι μου ζήτησες θα γίνει. Αρκεί να φυλάττουν τις εντολές μου. Από τώρα και στο εξής ο τόπος αυτός θα είναι δικός σου. Θα είναι το περιβόλι σου και λιμάνι σωτηρίας.

Β. Στην Ιερουσαλήμ.
α. Τόπος διαμονής
Μετά τον Άθω γύρισε στα Ιεροσόλυμα. Εγκαταστάθηκε στην Γεθσημανή, στην περιοχή Σιών. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό έμεινε στο υπερώον (λόγος Β’ εις Κοίμηση κεφ. 4). Έμεινε εκεί μέχρι την κοίμηση της. Περίπου είκοσι χρόνια.

β. Το παρουσιαστικό της.
Αγαπούσε τη λιτή και μονόχρωμη ενδυμασία. Συνηθισμένη φορεσιά της ήταν η «εσθήτα» (πανωφόρι) και η ζώνη.
Είχε ανάστημα κανονικό.
Το πρόσωπο της είχε χρώμα ωρίμου σταριού.
Είχε ξανθά μαλλιά, και μάτια.
Κατά τον Πιλάτο, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου.

γ. Η ασκητική της ζωή.
Η εις ουρανούς ένδοξη Ανάληψη του υιού της, έγινε αφορμή να αυξήσει την ασκητική της ζωή.
Συγκεκριμένα :
Ξενυκτούσε στην προσευχή! Και δεν προσευχόταν όρθια ή γονατιστή. Χρωμάτιζε την προσευχή της με τις επίμονες γονυκλισίες (μετάνοιες). Έκανε τόσες πολλές μετάνοιες, ώστε στα άγια γόνατα της σχηματίστηκαν «κόμποι», όπως της γίδας . Το δε μάρμαρο που ακουμπούσαν τα γόνατα της,… βαθούλωσε!!!
Κατακουρασμένη κοιμόταν χάμω για λίγο. Έχοντας σαν στρώμα μια πέτρα.!!
Και στη νηστεία ήταν εξίσου αυστηρή. Την τηρούσε πάντα με ακρίβεια και αυστηρότητα.
Νηστεία αγρύπνια προσευχή ήταν το τρίπτυχο της πνευματικής ζωής της.

δ. Η κοινωνική της δραστηριότητα.
Ήταν φιλόξενη. Υποδεχόταν και περιποιόταν τους ξένους με πλατειά καρδιά.
Έκανε ελεημοσύνες.
Έτρεχε στα ορφανά, στις χήρες, στους καταπονημένους, στους θλιβομένους. Η μεγάλη της ευσπλαχνία, ράγιζε και τις πέτρινες ψυχές.
Τα προβλήματά τους ήταν και δικά της προβλήματα. Περισσότερο δικά της. Την πυρπολούσαν. Δεν την άφηναν να ησυχάσει.
Έβγαζε δαιμόνια. Θεράπευε αρρώστους.

ε. Την σέβονταν οι πάντες.
Είχε τόσο πολύ εξαϋλωθεί από την υπερβολική της άσκηση, ώστε φαινόταν πως δεν είχε πιά σάρκα! Είχε τέτοιο φωτεινό πρόσωπο, τέτοια επιβλητική μορφή, ώστε και μόνο η παρουσία της συγκλόνιζε! Γι αυτό παρόλο, που κατοικούσε εκεί που πριν από λίγο καιρό οι Ιουδαίοι σταύρωσαν το παιδί της, την σέβονταν οι πάντες. Όχι μόνο οι δικοί της και οι γνωστοί της, αλλά και αυτοί οι εχθροί του Χριστού!
Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου
Βασιλείου Μπακογιάννη
“Χαίρε Κεχαριτωμένη”



Οι τελευταίες ημέρες και στιγμές της Θεοτόκου


ο τάφος της Θεοτόκου στη Γεσθημανή
ο τάφος της Θεοτόκου στη Γεσθημανή
από το βιβλίο «Χαίρε Κεχαριτωμένη», του Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη
H Παναγία μας είχε προαισθανθεί το τέλος της. Είχε τόσο ταπεινή ιδέα για τον εαυτό της , ώστε πίστευε πως η ψυχή της θα κατακριθεί από τα εναέρια τελώνια! Για αυτό το λόγο, δεκαπέντε μέρες πριν από το τέλος της έκανε ειδική νηστεία και προσευχή, για να περάσει ακατακρίτως τα τελώνια.
Τρεις μέρες πριν από την κοίμησή της , και ενώ προσευχόταν στο σπίτι της, την επισκέφτηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, (της είπε). Σε  τρεις μέρες θα φύγεις από τον κόσμο αυτό. Θα έρθει ο Υιός σου και θα παραλάβει την ψυχή σου»και της έδωσε έναν κλάδο από φοίνικα,σύμβολο ακηράτου ζωής και αθανασίας, όπως λέει ο  άγιος Πατριάρχης Γερμανός.
.
Η Γερόντισσα Μαρία, με τον φοίνικα στο χέρι, έτρεξε να προσευχηθεί στο ¨Όρος των Ελαιών, εκεί που πάντα προσευχόταν. Γονάτισε και είπε στον Υιό της: « Κύριέ μου. Εγώ δεν είμαι άξια να έρθεις να παραλάβεις την ψυχή μου. Όμως έρχεσαι, επειδή είσαι ελεήμων. Σε ικετεύω! Μην αφήσεις τα τελώνια να την βλάψουν!» Και άλλα πολλά είπε στην τελευταία της προσευχή.
Πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τα δέντρα της έκαναν υπόκλιση, λες και την αποχαιρετούσαν!

Έφτασε στο σπίτι της,. Το σάρωσε, το ευπρέπισε, άναψε τα φώτα, ετοίμασε τα σάβανα, στόλισε το νεκροκρέβατο. Ντύθηκε στα γιορτινά της. Κάλεσε τον ευαγγελιστή Ιωάννη, του ανήγγειλε την «μαύρη είδηση» και αυτός ξέσπασε σε θρήνους και οδυρμούς.

Το μαύρο μαντάτο διαδόθηκε αστραπιαία σε όλες τις γειτονιές. Έφτασε σε όλη την πόλη. Κατέφτασαν σπίτι της οι χήρες, τα ορφανά, οι φτωχοί, οι πονεμένοι. Έκλαγαν, και έλεγαν:
-Πώς θα ζήσουμε χωρίς εσένα: Θα μείνουμε ορφανοί!
-Ας γίνει το θέλημα του Υιού και Θεού μου, έλεγε η Παρθένος.

Πέθαινε η μάνα του Χριστού και οι μαθητές ήταν διασκορπισμένοι σε όλη τη γη. Σύννεφα τους άρπαξαν και τους έφεραν στα Ιεροσόλυμα, στο σπίτι της Παρθένου.
Μπήκαν στο σπίτι και με δέος την προσκύνησαν. Κάπως καθυστερημένα κατέφτασε και ο Παύλος.

Η μελλοθάνατη Μαρία, βλέποντας το χορό των Αποστόλων να καταφτάνει για χάρη της από τα πέρατα της γης, ύμνησε τον Κύριο: «μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο…»
Ξάπλωσε στο νεκροκρέβατο. Παρά τη κεφαλή της  στάθηκε ο Πέτρος, παρά τους πόδας ο Ιωάννης, γύρω-γύρω οι λοιποί απόστολοι, περιμένοντας εναγωνίως τον Υιό και Θεό της να παραλάβει την ψυχή της , όπως προείπε ο Γαβριήλ.

Και ο Κύριος ήρθε. Τον προσκύνησαν, τους ευλόγησε, και παρέλαβε την ψυχή της μάνας Του. Ήταν 15 Αυγούστου, ώρα 9π.μ.
Ο Κύριος ανέβαινε στους ουρανούς με την ψυχή της μάνας  Του στα χέρια Του.
 (*Η Παναγία πρέπει να ήταν 75 χρονών όταν κοιμήθηκε. Όταν γέννησε τον Χριστό, ήταν 17 χρονών.)

(από το βιβλίο «Χαίρε Κεχαριτωμένη», του Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, εκδ. Θαβώρ, σ.105-108)

Η ζωή της Παναγίας, με συντομία – του Θοδωρή Ρηγινιώτη


Άγγελος-Η Θεοτόκος από τη δέηση (Αγία Μονή Βιάννου)Για τη ζωή της Παναγίας δε βρίσκουμε πολλά στοιχεία στην Αγία Γραφή. Αυτό συμβαίνει, γιατί η Αγία Γραφή, και ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη, μιλάει μόνο για ό,τι έχει άμεση σχέση με το έργο του Ιησού Χριστού, τη διδασκαλία, το θάνατο και την ανάστασή Του, και δε δίνει λεπτομέρειες για άλλα γεγονότα ή άλλα πρόσωπα, όσο σημαντικά κι αν είναι.
Έτσι, στο ευαγγέλιο διαβάζουμε λίγα γεγονότα από τη ζωή της Παναγίας, ενώ τα περισσότερα είναι γραμμένα σε άλλα πρωτοχριστιανικά βιβλία, που δεν περιλαμβάνονται στην Αγία Γραφή, αλλά διασώζουν πληροφορίες από την αρχαία παράδοση και την ιστορική μνήμη των πρώτων χριστιανών. Τέτοια βιβλία είναι το λεγόμενο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», που μιλάει για την οικογένεια, τη γέννηση και τα παιδικά χρόνια της Παναγίας, και ο «Λόγος του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου», που αναφέρει τα γεγονότα της κοίμησής Της.
Αυτά τα βιβλία οι φιλόλογοι τα κατατάσσουν στα λεγόμενα «απόκρυφα κείμενα», αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι απόκρυφα, αλλά ορθόδοξα πρωτοχριστιανικά κείμενα. Απόκρυφα κείμενα ή απόκρυφα ευαγγέλια ονομάζονται τα βιβλία που έγραψαν διάφορες αιρετικές ομάδες κατά μίμηση των χριστιανικών τεσσάρων ευαγγελίων, αλλά τα κρατούσαν κρυφά και τα διάβαζαν μόνο οι οπαδοί τους (1). Αυτό δεν ισχύει για τα κείμενα που αναφέρονται στην Παναγία, που ανήκαν στους χριστιανούς, δεν περιέχουν αιρετικές διδασκαλίες, κυκλοφορούσαν φανερά και επιτρεπόταν να τα διαβάσουν όλοι.
Από τις αρχαίες αυτές πηγές μαθαίνουμε τα εξής:
Οι πρόγονοι της Παναγίας
Γονείς της Παναγίας είναι οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα. Γονείς της αγίας Άννας ήταν ένα άλλο άγιο ζευγάρι, ο ιερέας Ματθάν και η Μαριάμ (παππούς και γιαγιά της Θεοτόκου). Ο δίκαιος Ματθάν (2) ήταν ιερέας του αληθινού Θεού και ανήκε (όπως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι) στη θρησκεία της Παλαιάς Διαθήκης, τη θρησκεία που είχε τις 10 εντολές και τους προφήτες και περίμενε τον ερχομό του Χριστού.
Ο Ματθάν ήταν απόγονος του αρχαίου βασιλιά, προφήτη και ποιητή Δαβίδ, που είχε ζήσει χίλια χρόνια πριν. Γι’ αυτό οι προφήτες έλεγαν πως ο Χριστός θα είναι «υιός του Δαβίδ», δηλ. απόγονος του Δαβίδ. Γι’ αυτό επίσης ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, γιατί ήταν η πατρίδα του Δαβίδ. Ακόμη, οι προφήτες είχαν πει συμβολικά πως «από τη ρίζα του Ιεσσαί» (του πατέρα του Δαβίδ) θα βγει μια «ράβδος» (μια βέργα) που θα ανθίσει και το άνθος της θα είναι ο Χριστός. Η ράβδος αυτή είναι η Παναγία.
Ο Ματθάν και η Μαριάμ απέκτησαν τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σωβή και την Άννα. Η Σωβή μεγαλώνοντας έγινε η μητέρα της αγίας Ελισάβετ, μητέρας του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ενώ η Άννα μητέρα της Παναγίας. Άρα Παναγία και Ελισάβετ ήταν πρώτες ξαδέρφες, Ιησούς και Ιωάννης δεύτερα ξαδέρφια – όμως δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μέχρι τη βάφτιση του Ιησού από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη, δεδομένου ότι ο Ιωάννης είχε φύγει στην έρημο από παιδί (ευαγγέλιο κατά Λουκάν, 1, 80).
Γέννηση και Εισόδια
Ο Ιωακείμ και η Άννα, που ζούσαν στη Ναζαρέτ, για χρόνια δε μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Προσεύχονταν με λύπη και υποσχέθηκαν πως, αν ο Θεός τους στείλει ένα παιδί, όταν γίνει τριών ετών θα το αφιερώσουν στο Θεό, πηγαίνοντάς το στο Ναό του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα. Ο Θεός άκουγε τις προσευχές τους, αλλά ανταποκρίθηκε όταν ήταν η κατάλληλη ώρα κι έτσι, σε μεγάλη ηλικία, λύθηκε η στειρότητα της αγίας Άννας και το ζευγάρι απέκτησε ένα κοριτσάκι, τη Μαριάμ. (Να πούμε εδώ ότι το όνομα είναι Μαριάμ, ενώ εμείς οι Έλληνες το λέμε «Μαρία». Στην Καινή Διαθήκη, που είναι γραμμένη στα ελληνικά, η Παναγία ονομάζεται με την ελληνική μορφή του ονόματός της, Μαρία).
Τη γέννηση της Παναγίας τη γιορτάζουμε στις 8 Σεπτεμβρίου, ενώ οι γονείς της γιορτάζουν 9 Σεπτεμβρίου και η αγία Άννα χωριστά στις 25 Ιουλίου και 9 Δεκεμβρίου.
Σε ηλικία τριών ετών, οι άγιοι πήγαν τη μικρή Μαρία στο Ναό και την παρέδωσαν στα στοργικά χέρια ενός άλλου αγίου ιερέα, του Ζαχαρία. Ο Ζαχαρίας ήταν ο σύζυγος της Ελισάβετ και μετά από χρόνια έγινε ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Ο Ζαχαρίας και οι άλλοι ιερείς έφεραν τη Μαρία στα Άγια των Αγίων, εκεί όπου μόνο ο αρχιερέας έμπαινε, επειδή γνώριζαν από το προφητικό τους χάρισμα ότι θα γίνει ο «αχειροποίητος ναός» που μέσα του θα σαρκωθεί ο Θεός.
Το γεγονός αυτό το γιορτάζουμε στις 21 Νοεμβρίου και ονομάζεται Εισόδια (είσοδος) της Θεοτόκου. Είχε προφητευθεί στην Παλαιά Διαθήκη με τον Ψαλμό 44, που λέει «άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου· και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός εστί Κύριός σου, και προσκυνήσεις αυτώ» κ.λ.π. Ο στίχος αυτός, και άλλοι του ίδιου Ψαλμού, διαβάζονται στην εκκλησία κατά τις γιορτές της Παναγίας.
Αρραβώνας, ευαγγελισμός, εγκυμοσύνη
Όταν η Μαρία έγινε περίπου 13 χρονών, ήρθε η ώρα να φύγει από το Ναό. Οι γονείς της είχαν κοιμηθεί (πεθάνει) και οι ιερείς του ναού την αρραβώνιασαν με έναν άλλο άγιο και δίκαιο άντρα, τον Ιωσήφ, που ήταν μεγαλύτερός της σε ηλικία και ήδη χήρος από την πρώτη του σύζυγο, τη Σαλώμη, με την οποία είχε αποκτήσει 7 παιδιά, τέσσερις γιους (Ιάκωβο, Ιούδα – όχι τον προδότη του Χριστού – Σίμωνα και Ιωσή) και τρεις κόρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ ή Μάρθα και τη Σαλώμη.
Κατά μία άποψη, ήταν από την αρχή προγραμματισμένο ο Ιωσήφ να είναι μόνο προστάτης της Παναγίας και να μη γίνει ποτέ αληθινός Της σύζυγος. Ο αρραβώνας έγινε, επειδή, αιώνες πριν, ο προφήτης Ησαΐας και άλλοι προφήτες είχαν πει ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από μια παρθένο. Οι ιερείς λοιπόν, που είχαν προφητικό χάρισμα, την αρραβώνιασαν για να ξεγελάσουν το διάβολο, ο οποίος γνώριζε τις προφητείες, αλλά δε θα υποπτευόταν ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από μια παντρεμένη. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (ένας μεγάλος άγιος διδάσκαλος της εποχής της Τουρκοκρατίας) συμπληρώνει ότι ο Χριστός «γεννήθηκε από γυναίκα, για να ευλογήσει τη γυναίκα· γεννήθηκε από παρθένο, για να ευλογήσει την παρθενία· και γεννήθηκε από αρραβωνιασμένη, για να ευλογήσει το γάμο».
Μόλις που είχε γίνει ο αρραβώνας, επισκέφτηκε τη Μαρία ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η επίσκεψή του εξιστορείται στο 1ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν ευαγγελίου και, όπως φαίνεται, ο ευαγγελιστής Λουκάς την άκουσε από την ίδια την Παναγία (την οποία γνώρισε προσωπικά και τη ζωγράφισε). Ο άγγελος τη χαιρέτησε και της ανακοίνωσε ότι ο Θεός τη διάλεξε για να γεννήσει τον Υιό Του και Σωτήρα των ανθρώπων. Ο άγγελος δεν έδωσε κανένα κρίνο ή τίποτε άλλο στην Παναγία. Η παράδοση για τον κρίνο είναι ένας μύθος, που προέκυψε από τους ζωγραφικούς πίνακες, που απεικόνιζαν τον ευαγγελισμό στη δυτική Ευρώπη από την εποχή του Μεσαίωνα. Μόνο της μίλησε.
Η Μαρία απόρησε και ρώτησε «πώς θα γίνει αυτό, αφού δε γνωρίζω άντρα;» και ο άγγελος της εξήγησε πως το Άγιο Πνεύμα θα έρθει σ’ αυτήν και η δύναμη του Θεού θα τη σκεπάσει. Τότε η Παναγία απάντησε: «Εδώ είμαι, η δούλη του Κυρίου, ας γίνει σε μένα όπως είπες».
Είναι σημαντικό ότι ο άγγελος περίμενε μέχρι να δεχτεί η Παναγία και μόνο τότε έφυγε. Ο Θεός δεν της επέβαλε το θέλημά Του, αλλά μόνο όταν εκείνη απάντησε καταφατικά, τότε έμεινε έγκυος τον Ιησού.
Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας γιορτάζεται 25 Μαρτίου, 9 μήνες πριν τα Χριστούγεννα.
Είναι γνωστό ότι ο Ιωσήφ λυπήθηκε πολύ, γιατί νόμιζε πως η Μαρία έμεινε έγκυος από κάποιον άντρα. Σκεφτόταν μάλιστα να τη διώξει κρυφά, για να μη γίνει γνωστό και καταδικαστεί σε θάνατο για μοιχεία, κατά το νόμο της εποχής. Τότε του εμφανίστηκε άγγελος και του είπε την αλήθεια. Αυτό αναφέρεται στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, κεφάλαιο 1.
Η Παναγία, έγκυος, πήγε στην ξαδέρφη της, την αγία Ελισάβετ, που ήταν κι εκείνη έγκυος τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Τα δύο έμβρυα είχαν τη μόνη πρώιμη συνάντησή τους μέσα στις μήτρες των αγίων μητέρων τους. Η Ελισάβετ ένιωσε τη χαρά του εμβρύου μέσα της και κατάλαβε την αλήθεια για την Παναγία. Το γεγονός το διηγείται το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, κεφ. 1, και είναι ιδιαίτερα συγκινητικό. Από εκεί προέρχεται και η προσευχή της Παναγίας «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου», που λέγεται στίχο στίχο στον όρθρο (λίγο πριν χτυπήσει η καμπάνα της λειτουργίας, δηλ. η 2η ή 3η καμπάνα) μαζί με το τροπάριο «Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ».
Η Παναγία και ο Χριστός
Ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, όπου ο Ιωσήφ με την οικογένειά του – απόγονος επίσης του Δαβίδ – είχε πάει να απογραφεί. Οι λεπτομέρειες είναι γνωστές. Μετά το τέλος της απογραφής, η αγία οικογένεια έμεινε στη Βηθλεέμ τουλάχιστον ένα δυο μήνες, ίσως και δυο χρόνια, κι έτσι βλέπουμε, 40 μέρες μετά τη γέννησή Του, να φέρνουν τον Ιησού στα Ιεροσόλυμα (κοντά στη Βηθλεέμ) για να «σαραντίσει» η Παναγία στο Ναό, κατά τους θρησκευτικούς κανόνες της Παλ. Διαθήκης (από αυτή την πράξη της Παναγίας προέρχεται το σαράντισμα των σημερινών μανάδων, που ακολουθούν το παράδειγμά της). Εκεί συνάντησε τον προφήτη Συμεών, που προφήτεψε το μέλλον του μικρού Χριστού και τον πόνο που θα νιώσει η Μητέρα του, όταν θα Τον δει να σταυρώνεται (κατά Λουκάν, κεφ. 2). Αυτό το γεγονός, η Υπαπαντή, γιορτάζεται 40 μέρες μετά τα Χριστούγεννα, 2 Φεβρουαρίου, και μπορούμε να πούμε πως είναι η ορθόδοξη Γιορτή της Μητέρας. Ο άγιος Συμεών γιορτάζεται τιμητικά 3 Φεβρουαρίου.
Στη συνέχεια, λόγω της προσκύνησης των Μάγων (που ίσως έγινε δυο χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, γιατί οι Μάγοι είπαν στο βασιλιά Ηρώδη πως έβλεπαν δυο χρόνια το άστρο στην Ανατολή), ο Ηρώδης προσπάθησε να σκοτώσει το Χριστό και η αγία οικογένεια κατέφυγε στην Αίγυπτο. Επέστεψε όταν πέθανε ο Ηρώδης και εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ, επειδή στην επαρχία της Ιουδαίας (όπου βρισκόταν η Βηθλεέμ) βασίλευε ο γιος του, ο Αρχέλαος, που ήταν σκληρός και επικίνδυνος.
Ο Ιησούς, όταν μεγάλωσε και άρχισε να διδάσκει, άκουγε τη μητέρα Του. Αυτό φαίνεται από το πρώτο Του θαύμα, στο γνωστό γάμο της Κανά, όπου η Παναγία Τον ενημέρωσε ότι το ζευγάρι δεν είχε κρασί, ελπίζοντας να κάνει κάτι. Ο Ιησούς φάνηκε ότι δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί. Όμως αμέσως μετά, υπακούοντας στη μητέρα Του, μετέτρεψε διακριτικά το νερό σε κρασί και μάλιστα τόσο καλό, που ο υπεύθυνος για το κρασί φώναξε το γαμπρό και τον ρώτησε πώς και φύλαξε το καλύτερο κρασί για το τέλος του γλεντιού!…
Αυτό το θαύμα αναφέρεται στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφ. 2, και ερμηνεύεται σε μας τους χριστιανούς ότι, για να πετύχει ένας γάμος, πρέπει το ζευγάρι να βάλει στη ζωή του και το Χριστό. Αλλιώς, η ζωή του θα είναι σα να έχει μόνο νερό, όχι το κρασί το ευλογημένο απ’ Αυτόν – δηλαδή την παντοτινή αγάπη, την ανεκτικότητα και την αγιότητα.
Πέρασε ο καιρός και η Παναγία ήταν εκεί όταν σταυρώθηκε ο Χριστός. Στάθηκε θρηνώντας κάτω απ’ το σταυρό Του, μαζί με τον Ιωάννη, το μόνο μαθητή που δε φοβήθηκε και δεν κρύφτηκε εκείνη την ώρα. Και ο Ιησούς της είπε «να ο γιος σου» και στον Ιωάννη «να η μητέρα σου» (κατά Ιωάννην, 19, 26-27). Από τότε ο άγιος Ιωάννης πήρε υπό την προστασία του την Παναγία, σα να ήταν μητέρα του. (Αυτός ο άγιος Ιωάννης δεν είναι ο Πρόδρομος, που είχε ήδη σκοτωθεί, αλλά ο λεγόμενος «Ιωάννης ο Θεολόγος», που έγραψε το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, την Αποκάλυψη και τρεις επιστολές και γιορτάζει 8 Μαΐου και 26 Σεπτεμβρίου).
Στην ανάσταση του Χριστού και την Πεντηκοστή
Κατά τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, η Παναγία ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδε την ανάσταση του Χριστού. Είναι η «άλλη Μαρία», που, μαζί με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, καθόταν «απέναντι στον τάφο» κατά την ταφή του και την άλλη μέρα (ξημερώματα Κυριακής) ήρθαν να αλείψουν το σώμα Του με μύρα (αρώματα). Είδαν τον τάφο άδειο και συνάντησαν τον αναστημένο Ιησού. Έτσι, στις εικόνες απεικονίζεται η Παναγία ως μία από τις μυροφόρες.
Επίσης, η Παναγία βρισκόταν μαζί με τους αποστόλους στο σπίτι μιας άλλης αγίας Μαρίας, της μητέρας του ευαγγελιστή Μάρκου, όπου περίμεναν το Άγιο Πνεύμα, κατά την υπόσχεση του Χριστού. Δέκα μέρες μετά την ανάληψη του Ιησού (δηλ. την αποχώρησή Του για τον ουρανό) ήρθε το Άγιο Πνεύμα και φώτισε τους αποστόλους, που έλαβαν σοφία και θάρρος, αλλά και το χάρισμα να κάνουν θαύματα, έκαναν το πρώτο δημόσιο κήρυγμά τους κι έτσι ξεκίνησε ο χριστιανισμός στην ανθρωπότητα.
Αυτά περιγράφονται στο βιβλίο «Οι Πράξεις των Αποστόλων» (κεφ. 1 και 2), που το έγραψε ο ευαγγελιστής Λουκάς και βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη, μετά τα τέσσερα ευαγγέλια. Το γεγονός ονομάζεται «Πεντηκοστή» και γιορτάζεται 50 μέρες μετά το Πάσχα, γιατί τότε είναι η επέτειός του.
Μετά την Πεντηκοστή, κατά την παράδοση (που δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη), οι απόστολοι προσευχήθηκαν και έριξαν κλήρο, για να καθορίσει ο Θεός σε ποια χώρα θα πάει ο καθένας να διδάξει τους ανθρώπους για το Χριστό. Η Παναγία ζήτησε να συμμετάσχει σ’ αυτή την πράξη. Ο κλήρος της έδειξε τη χερσόνησο του Άθωνα και η Παναγία την επισκέφτηκε μ’ ένα πλοίο. Περίπου χίλια χρόνια αργότερα (το 963 μ.Χ.) χτίστηκε εκεί το πρώτο από 20 μοναστήρια και ολόκληρος ο Άθως αφιερώθηκε στην Παναγία: είναι το «Περιβόλι της Παναγίας», δηλ. το Άγιο Όρος!
Τα τελευταία επίγεια χρόνια και η κοίμησή Της
Λέγεται ότι η Παναγία έζησε 15 χρόνια μετά την ανάσταση του Χριστού. Τα τελευταία γήινα χρόνια της έζησε στη Γεθσημανή, ένα χωριό έξω από τα Ιεροσόλυμα (εκεί που είχε συλληφθεί ο Χριστός τη νύχτα του μαρτυρίου Του). Είχε μερικές φίλες, χριστιανές, που την αντιμετώπιζαν σαν πνευματική τους Μητέρα.
Μια μέρα ένας άγγελος την πληροφόρησε πως ήρθε η ώρα να πάει ξανά στο Γιο Της. Η Παναγία δώρισε στις φίλες της δύο ενδύματά της [το χιτώνα και το μαφόριο, δηλ. το κάλυμμα της κεφαλής, αυτά που εικονίζεται να φοράει στις εικόνες της (3)] και όταν ήταν η ώρα, ξάπλωσε στο κρεβάτι της και παρέδωσε το πνεύμα. Ο Χριστός κατέβηκε αυτοπροσώπως και Την πήρε, όπως βλέπουμε στις εικόνες της κοίμησης (για όλους τους χριστιανούς κανονικά λέμε ότι «κοιμήθηκαν», όχι ότι πέθαναν, γιατί δεν υπάρχει θάνατος, μόνο ταξίδι προς την αιώνια ζωή – γι’ αυτό και τα νεκροταφεία η Εκκλησία τα λέει «κοιμητήρια»).
Όταν κοιμήθηκε η Παναγία, μεταφέρθηκαν θαυματουργικά στη Γεθσημανή οι απόστολοι απ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρισκόταν ο καθένας και τέλεσαν την κηδεία της. Τότε όμως κάποιοι φανατικοί Εβραίοι, που μισούσαν τους χριστιανούς, προσπάθησαν να γκρεμίσουν το άγιο σώμα της από το φέρετρό της. Ένας απ’ αυτούς, ο Ιεφωνίας, το έσπρωξε κι αμέσως ένας άγγελος του έκοψε τα χέρια. Ο απόστολος Πέτρος όμως του τα έβαλε στη θέση τους και τα θεράπευσε και τότε ο νέος αυτός έγινε χριστιανός.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου, ως γνωστόν, γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου και είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας (λέγεται «Πάσχα του καλοκαιριού»), αφού η Παναγία δεν πέθανε, αλλά πέρασε μέσα από το θάνατο στην αιώνια ζωή. Στις 23 Αυγούστου γιορτάζεται η «απόδοση της κοιμήσεως», δηλ. η λήξη του εορτασμού, που ο λαός μας την έχει κάνει ιδιαίτερη γιορτή με την ονομασία «τα εννιάμερα της Παναγίας».
Η Αγία Ζώνη
Ένας απόστολος δεν είχε έρθει στην ώρα του, ο Θωμάς. Το κανόνισε έτσι ο Θεός, για να αποκαλυφθεί η συνέχεια. Έτσι ο Θωμάς ήρθε τρεις ημέρες μετά και ζήτησε από τους άλλους ν’ ανοίξουν τον τάφο της Παναγίας για να την προσκυνήσει.
Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο (που είναι σπήλαιο, όπως ο τάφος του Χριστού – σώζεται ακόμη και σήμερα), η Παναγία είχε αναστηθεί και την είδαν να υψώνεται στους ουρανούς (αναλήφθηκε). Καθώς έφευγε, έλυσε τη ζώνη της και την έδωσε στον άγιο Θωμά. Αυτή είναι η περίφημη και θαυματουργή Αγία Ζώνη. Η παράδοσή της στον άγιο Θωμά γιορτάζεται στις 31 Αυγούστου.
Έτσι η Παναγία αναλήφθηκε στον ουρανό και εκεί βρίσκεται και σήμερα με το σώμα Της. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν λείψανα της Παναγίας, ούτε σώζεται το σώμα Της, αλλά ο τάφος της είναι κενός. Η Παναγία έχει ήδη αναστηθεί και δεν περιμένει ν’ αναστηθεί στη δευτέρα παρουσία, όπως όλοι εμείς. Βέβαια, δεν έφυγε στην πραγματικότητα ποτέ: οι αμέτρητες εμφανίσεις και τα θαύματά Της αποδεικνύουν τη διαρκή παρουσία της στη ζωή μας και το ενδιαφέρον και την αγάπη Της για τον κόσμο. Ο κόσμος Τη διώχνει και προτιμά το σκοτάδι και το θάνατο από τη ζωή και το Φως, αλλά εκείνη στέκεται διακριτικά και περιμένει να Της επιτρέψουμε να παρέμβει στη ζωή μας και να καθοδηγήσει τα βήματά μας προς τον Πανάγιο Υιό Της.
Πηγές:
 Η Καινή Διαθήκη (υπάρχει ολόκληρη εδώ και σε απλή μετάφραση εδώ).
«Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου» – «Λόγος εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου» (τα δύο αυτά κείμενα περιλαμβάνονται στο παράρτημα του βιβλίου του Θ. Ρηγινιώτη «Τα απόκρυφα ευαγγέλια και ο σχηματισμός της Καινής Διαθήκης», εκδ. Πύρρα 2006).
Θωμά Τσονάκα, «Ποία η Θεοτόκος Μαρία», Πάτρα 1985 (εδώ).
(1) Αναλυτικό άρθρο για τα «απόκρυφα ευαγγέλια» δες εδώ.
(2) «Δίκαιους» ονομάζουμε συνήθως τους αγίους που προέρχονται από την Παλαιά Διαθήκη, αντί να τους ονομάζουμε «αγίους» (πολλές φορές του λέμε και αγίους, π.χ. την αγία Άννα). Έτσι, «ο δίκαιος Ματθάν» = ο άγιος Ματθάν.
(3) Τα δύο αυτά ενδύματα διασώθηκαν: το μαφόριο (εσθήτα) μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τα Ιεροσόλυμα τον 5ο αιώνα μ.Χ. και κατατέθηκε στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών (χάθηκε μετά την εισβολή των σταυροφόρων στην Πόλη το 1204), ενώ ο χιτώνας σώζεται στο μουσείο της πόλης Ζουγκντίντι της Γεωργίας και αποτελεί το σημαντικότερο κειμήλιο του Ορθόδοξου Πατριαρχείου Γεωργίας.
Τα δύο αυτά ενδύματα, ο χιτώνας και το μαφόριο, συνιστούν ένα σύνολο (χιτώνας και πέπλο κεφαλής) και η ύπαρξή τους συμφωνεί με την αρχαία παράδοση, κατά την οποία η Παναγία, όταν ειδοποιήθηκε από άγγελο ότι πλησιάζει η κοίμησή της, χάρισε δύο ενδύματά της σε δύο φίλες της.
Άρα η Παναγία, προφανώς, είχε δύο αλλαξιές ρούχων, δηλ. μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Χάρισε τη μία και την άλλη τη φορούσε κατά την κηδεία της.