Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Παρακλητικοί Κανόνες-Ευχαριστήριοι Ύμνοι στη Θεοτόκο. (Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη)



Λέγεται Παρακλητικός Κανόνας η ακολουθία που ψάλλουμε κάθε βραδύ του Δεκαπενταύγουστου (άλλοτε τον Μεγάλο κι άλλοτε τον Μικρό). Είναι όμως και Ευχαριστήριος Κανόνας. Σ’ ένα από τα τροπάρια ψάλλουμε: «Απολαύοντες, Πάναγνε, των σων δωρημάτων, ευχαριστήριον αναμέλπομεν εφύμνιον, οι γινώσκοντές οε Θεομήτορα».
Τρεις ενέργειές μας αποτελούν τις καλύτερες ευχαριστίες μας προς την Παναγία. Η πρώτη: Η ορθή πίστη για την Παναγία. Πώς την γνωρίζουμε την Παναγία; Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό είναι διαφορετικές. Άλλος την γνωρίζει ως Παρθένο Αγνή. Άλλος ως την καθαρότερη γυναίκα του κόσμου. Άλλος ως Αειπάρθενο. Άλλος ως Μητέρα στοργική. Άλλος ως Μεσίτρια. Άλλος ως Βασίλισσα των ουρανών. Άλλος ως Κεχαριτωμένη.
Όλα αυτά οπωσδήποτε είναι σωστά και αποτελούν αληθινά εγκώμια προς την Παναγία. Αλλ’ υπεράνω όλων αυτών των χαρακτηρισμών και επιθέτων υπάρχει μία άλλη ονομασία της Παναγίας. Είναι Θεομήτωρ, Θεοτόκος. Αν δεχόμαστε όλα τα ωραία επίθετα, με τα όποια οι πιστοί στολίζουν τη μορφή της Παναγίας, αλλά δεν την αναγνωρίζουμε ως Θεοτόκο, τότε δεν εκφράζουμε όλη την αλήθεια. Ή μάλλον δεν διατυπώνουμε τη σπουδαιότερη αλήθεια και άρα δεν είμαστε Ορθόδοξοι.
Η Παναγία είναι κατ’ εξοχήν Θεοτόκος. Για να φανερωθεί η λέξη αυτή οι άγιοι Πατέρες έδωσαν σκληρές μάχες. Υπήρχαν αιρετικοί, όπως ο Νεστόριος, πού δέχονταν να ονομάζουν την Παναγία «Χ ρ ι σ τ ο τ ό κ ο», αλλά με κανένα λόγο δεν δέχονταν να την αποκαλούν «Θεοτόκο». Ισχυρίζονταν, ότι η Παρθένος Μαρία γέννησε «ψιλόν τινα άνθρωπον», τον Χριστόν Ιησού, που ύστερα ενώθηκε με τη Θεότητα και έγινε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Όχι -θεολόγησαν και βροντοφώνησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας-, η Παναγία είναι Θεοτόκος. Από τη στιγμή του Ευαγγελισμού συνέλαβε Υιό, που ήταν ο σαρκωμένος Θεός.
Την αλήθεια αυτή συνοψίζει ο μεγάλος δογματικός της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, λέγοντας: «Θεοτόκον κυρίως και αληθώς την Αγίαν Παρθένον κηρύττομεν».(Ε.Π.Ε. 1,323).

Ακηλίδωτο κάτοπτρο
Η Παναγία αξιώθηκε να φιλοξενήσει τον Θεό σαρκούμενο. Έγινε θρόνος της Θεότητος. Πώς;
Θα έχετε ακούσει, ότι υπάρχουν κάτι καθρέπτες, που λέγονται «κοίλα κάτοπτρα». Είναι μεγάλοι συγκεντρωτικοί φακοί, που συγκεντρώνουν τις ακτίνες του ήλιου. Αν πλησιάσεις λαμπάδα ή ξύλο, αμέσως αρπάζει φωτιά. Έτσι πυροδοτείται και η λεγόμενη «Ολυμπιακή φλόγα». Το κάτοπτρο μεταδίδει φωτιά, διότι έχει συγκεντρώσει πάνω του τις θερμαντικές ακτίνες του ήλιου. Μεταδίδει φωτιά, αλλά το ίδιο δεν καίγεται.
Κάτι παρόμοιο μπορούμε να πούμε, ότι συνέβηκε στην περίπτωση της Παναγίας, αλλά σε απείρως μεγαλύτερες διαστάσεις. Η Παναγία είναι το ακηλίδωτο κάτοπτρο, που πάνω της συγκεντρώθηκαν οι αχτίνες του ηλίου της θεότητας. Φιλοξένησε μέσα της τη φωτιά της θεότητας, τον σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Θεού και Θεό αληθινό. Δέχθηκε το πυρ της Θεότητας, χωρίς η ίδια να καεί, όπως δεν κάηκε η φλεγόμενη βάτος που είδε ο Μωυσής. Μεταδίδει φωτιά, αλλ’ η ίδια παραμένει άθικτη.
Την αγνή και παρθενική της ύπαρξη διάλεξε ο Βασιλέας του ουρανού, ως πρώτο επίγειο κατοικητήριο. Κι ήταν το καθαρότερο. Και δεν ξανάγινε καθαρότερο οικητήριο του Θεού. Την αγάπησε ο Θεός και την επιθύμησε. Όπως ο νυμφίος επιθυμεί το κάλλος της νύμφης, κατά το Ψαλμικό: «Άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός άου· και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός έστι Κύριος σου» (Ψαλμ. 44,11-12).
Πώς έγινε η Παναγία Θεοτόκος; Πώς μέσα της χώρεσε το Θεό; Το ερώτημα αυτό διατυπώνει και ο υμνογράφος των Χριστουγέννων: «Ο Αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;».
Αλλ’ από τη στιγμή, που ό Θεός γίνεται άνθρωπος, συστέλλεται και διαστέλλεται, ανάλογα με το χώρο που φιλοξενείται. Ο Αχώρητος Θεός χωράει μέσα στη γαστέρα της Παρθένου. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στο άγιο Ποτήριο. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στην ύπαρξη του πιστού, που με πίστη και ευλάβεια κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων.
Γνωρίζουμε λοιπόν και αναγνωρίζουμε την Παναγία ως Θεοτόκο; Είμαστε Ορθόδοξοι. Δυστυχώς και σ’ αυτό  το θέμα υπάρχουν άνθρωποι των δύο άκρων. Υπάρχουν εκείνοι, που γνωρίζουν τη Μητέρα, αλλά δεν γνωρίζουν τον Υιό. Υπάρχουν και άλλοι, που γνωρίζουν τον Υιό και δεν γνωρίζουν τη Μητέρα.
Στους πρώτους ανήκουν ορισμένοι λεγόμενοι ορθόδοξοι χριστιανοί, που μιλάνε συνεχώς και αποκλειστικά για την Παναγία. Δεν κάνουν λόγο για τον Ιησού Χριστό. Διαβάζουν π.χ. καθημερινά την Παράκληση της Παναγίας· δεν μελετούν όμως καθημερινά την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο του Υιού, την Καινή Διαθήκη. Τιμούν την Παναγία υπερβολικά – δεν τιμούν ανάλογα τον Θεάνθρωπο Κύριο. Προσεύχονται συνεχώς στην Παναγία· δεν προσεύχονται στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Μπορεί να θεωρούν μεγαλύτερη χάρη να προσκυνήσουν μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, παρά να κοινωνήσουν σωστά προετοιμασμένοι το Σώμα και το
Αίμα του Χριστού. Πρόκειται για μια τάση υπερυψώσεως της Παναγίας, πράγμα που δεν θέλει ούτε η ίδια η Παναγία. Η Παναγία είναι υπερυψωμένη μόνο όταν είναι δίπλα στον Υιό της και Θεό της. Η Παναγία είναι ο πρώτος άνθρωπος κοντά στον Θεάνθρωπο Λυτρωτή. Η υπερύψωση όμως που της γίνεται από νοσηρούς ανθρώπους, οδηγεί σε θεοποίησή της, σε Μαριολατρεία.
Οι άλλοι είναι οι αιρετικοί, Προτεστάντες και Χιλιαστές, που μιλάνε γλυκύτατα για τον Ιησού Χριστό, αλλά περιφρονούν τελείως την Αειπάρθενο Θεοτόκο. Αναφέρουν μόνο για κάποια Μαρία, σαν να πρόκειται για καμιά Μαρία της γειτονιάς τους!
Όσοι πιστεύουν ορθόδοξα στον Υιό του Θεού, που έγινε και Υιός του ανθρώπου, αυτοί πιστεύουν και τιμούν ορθόδοξα και τη Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού.

Το μεγάλο της δώρημα
Η δεύτερη ευχαριστία μας στην Παναγία είναι για το μεγάλο δώρημά της στον κόσμο, που υπονοείται στον ύμνο: «Απολαύοντες, Πάναγνε, των σων δωρημάτων…».
Πολλά τα δωρήματα της Παναγίας. Ένα όμως το πρώτο και μοναδικό σε αξία και μεγαλείο δώρημά της. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει: «Πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων…» (Ιακ. 1,17). Το μεγάλο δώρημα είναι «καταβαίνον», κατέβηκε από τον ουρανό, σταλμένο από το Θεό Πατέρα. Είναι η ύψιστη προσφορά του Θεού στον άνθρωπο. Είναι ο ίδιος η προσφορά αυτή. Ο Θεός αυτοπροσφέρεται.
Όταν σε επίσημη δεξίωση πρόκειται να σερβίρουν το ωραιότερο γλύκισμα, χρησιμοποιούν τον ακριβότερο και πολυτιμότερο δίσκο, ασημένιο ή χρυσαφένιο. Θαμπώνεσαι από τη λάμψη του απαστράπτοντα δίσκου. Και ο Θεός, όταν ευδόκησε να προσφέρει στους ανθρώπους τον σαρκωμένο Υιό του, που είναι το γλυκύτερο δώρο του κόσμου, χρησιμοποίησε τον ολόχρυσο και απαστράπτοντα δίσκο, που λέγεται Παρθένος Μαρία. Η  ατίμητη αγάπη του Θεού σερβίρεται στους ανθρώπους με το δίσκο της Παναγίας Θεοτόκου.
Η μεγάλη λοιπόν δωρεά, που προσφέρθηκε διά μέσου της Παναγίας, είναι η σάρκωση του Θεού. Έγινε ο Θεός άνθρωπος για μας. Την απολαμβάνουμε τη δωρεά αυτή;
Έχουμε κατανοήσει την αξία της δωρεάς του Χριστού; Έχουμε πιστέψει στη λύτρωση του Χριστού; Εάν ναι, θα ευχαριστούμε και την Παναγία, διότι είναι «η αιωνίαν τεκούσα λύτρωσιν».
Και τότε θα προσφέρουμε στην Παναγία και την τρίτη ευχαριστία. Είναι ο ευχαριστήριος ύμνος. «Ευχαριοτήριον αναμέλπομεν εφύμνιον οι γινώσκοντές σε Θεομήτορα».
Δυστυχώς πολλοί λεγόμενοι χριστιανοί, αντί ν’ αναπέμπουν ευχαριστήριο ύμνο στη Θεοτόκο, εκσφενδονίζουν μύδρους και εκτοξεύουν βέλη εναντίον της. Είναι οι φρικτές βλασφημίες για την πάναγνη Κόρη της Ναζαρέτ.
Εάν τιμούμε και αγαπάμε την Παναγία, τότε, όπως με το στόμα την υμνούμε, έτσι με το στόμα και να την ομολογούμε. Να διαμαρτυρόμαστε για τις βλασφημίες που ακούγονται. Όπως με τα χέρια μας ανάβουμε λαμπάδες στη Χάρη της, έτσι με τα χέρια μας να σφραγίζουμε τα στόματα των βλάσφημων, που βρίζουν τη Θεοτόκο όσο δεν βρίζουν τις πιό διεφθαρμένες γυναίκες του υπόκοσμου!
* * *
 Τριπλή η ευχαριστία μας στη Παναγία. Να την πιστεύουμε ως Θεοτόκο, να τη δοξολογούμε γιατί έγινε η γέφυρα «δι’ ης κατέβη ο Θεός», και ν’ αγωνισθούμε να εξαλειφθεί η βλασφημία της.
Η Παντάνασσα και Σκέπη του κόσμου ας προστατεύει όλους τους χριστιανούς.

(Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Κλίματα της Αμπέλου»

ΕΜΜΕΤΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Γέροντα Ιωσήφ Ησυχαστή)


7. Εις την Κυρίαν Θεοτόκον
Παντάνασσα, Μητέρα μου, γλυκεία Παναγία,
του κόσμου η βασίλισσα, η πάντων σωτηρία,
η μόνη μου παράκλησις, η μόνη μου ελπίδα,
γλυκειά παρηγορία μου, Θεοτόκε Μαρία.
Η μόνη μου καταφυγή σ΄ όλας τας περιστάσεις
που συναντά ο μοναχός σ΄ όλας τας καταστάσεις.
Η των αγγέλων Άνασσα και πάντων ανωτέρα
των Χερουβείμ και Σεραφείμ όντως τιμιωτέρα·
του Παραδείσου άρωμα, τ΄ ουρανού η λαμπρότης
και των αγίων απάντων όλη η ώραιότης·
η σύλληψίς σου θαυμαστή, η γέννησις αγία
ανάπτυξις κι΄ ανατροφή εστάθης Παναγία.
Ω άμωμος περιστερά, εις τ΄ άγια των Αγίων
οι άγγελοι σε έτρεφαν από μάννα το θείον
προορισμένη απ΄ άνωθεν ότι θες να μας σώσης
κι΄ από του άδου τα δεσμά θα μας ελευθέρωσης.
Τον Λόγον η κυήσασα Πατρός του Προανάρχου
και φέρουσα δευτέρεια Θεού Τρισυπόστατου.
Εσύ γαλακτοτρόφησας τον Κτίστην των απάντων
και παρρησίαν έλαβες ως υπέρ πάντας λόγον,
να μεσιτεύης προς Θεόν εις τον Υιόν και Λόγον,
να προστάτευης τους πιστούς ως Μήτηρ ούσα όλων.
Δώσε μου λόγια, Δέσποινα, να σε υμνογραφήσω
και την μεγαλωσύνην σου γλυκά να μελωδήσω.
Ωσαύτως δος μου φωτισμόν, την γνώσιν, την σοφίαν,
την σύνεσιν, την φρόνησιν και θείαν ομιλίαν
και ό,τι λόγια αγαπάς, αυτά να μου χαρίσης,
να μελετώ να χαίρεται η χθαμαλή μου φύσις.
Διότι πάντα δύνασαι ως του Θεού Μητέρα,
αγγέλων η βασίλισσα και πάντων υπερτέρα.
Επάκουσον την δέησιν, Μητρόθεε Μαρία,
και φώτισόν μου την αχλύν, γλυκειά μου Παναγία·
κι΄ αφού εκαθοδήγησας και μ΄ έφερες ενθάδε,
μη με αφήσης, Δέσποινα, στου πάθους το σκοτάδι,
αλλά συ με καθάρισον, εσύ και φώτιζέ με
κι΄ από τους νοητούς εχθρούς, εσύ απάλλαξε με·
και χάρισόν μοι ένδυμα του γάμου, Δέσποινά μου,
το νοητόν και άυλον φόρεμα, Άνασσά μου,
διά να εισέλθω, Δέσποινα, στους γάμους του Νυμφίου,
μη τύχει και με διώξουνε ωσάν γυμνόν κι΄ αχρείον,
Ναι, Θεοτόκε Μαριάμ, ο πόθος της ψυχής μου,
η μόνη μου παράκλησις, η καθαρά ελπίς μου,
μη με αφήσης δέομαι, αλλά προστάτευέ με
και εις τους κόλπους του Χριστού εσύ παράστησε με·
κι΄ εν ώρα του θανάτου μου πλησίον μου να είσαι,
μην τρέμει η ψυχούλα μου, όταν το σώμα ΄φήνη·
πως δε και τα τελώνεια εκείθεν θα παρέλθω,
αν δεν σταθής πλησίον μου, πως έχω να διέλθω;
Οίμοι, γλυκειά Μητέρα μου, πολλά διανοούμαι,
μα πολεμίους έχω τρεις, που πάντα με νικούνε·
δαίμονες και συνήθεια κι΄ η ασθενής μου φύσις,
αυτά με κυριεύουνε, αν συ δεν βοηθήσης.
Το σώμα ρέπει διαρκώς σ΄ όλας τας αναπαύσεις,
η δε κακή συνήθεια τα θέλει ως νόμων τάξεις,
ο δε κακός διάβολος στέκει πάντα πλησίον
και πολεμεί με διαρκώς ως άγριον θηρίον.
Με παγιδεύει δεξιά, κι΄ αν δη ότι τον είδα,
στρέφει ευθύς αριστερά, μου φτιάχνει άλλη παγίδα·
αν του χαλάσω και αυτή, εξ όπισθεν με πιάνει,
μου κλείει το μνημονικόν, εις λήθην με γυρνάει·
κακείθεν αν πολεμηθή, απ΄ έμπροσθεν γυρνάει,
χειρώνει το φανταστικόν κι΄ άπειρα μου φαντάζει·
ει δε κακείθεν γνωριστεί, κάτωθεν κατεβαίνει
και εξεγείρει πόλεμον σαρκικόν παμμεγέθη,
κι΄ αφού κακεί η δύναμις του Χριστού τον νικήση,
ευθύς το διανοητικόν έξωθεν περισφίγγει,
μη συγχωρών ουδέ στιγμήν τον λογισμόν σταθήναι,
αλλά φθαρτά και μάταια πάντα διανοηθήναι,
προς δε και την καρδίαν μου ολόγυρα την κλείει
κι΄ όλο το περικάρδιο σφικτά το περικλείει,
μη συγχωρών ουδέ πνοή ελαφρά ν΄ αναπνεύσω,
αλλά βαριά, σκότους πικρά πνοή εβγαίνει έξω.
Πως δύναμαι λοιπόν εγώ, Δέσποινα Παναγία,
να πολεμήσω μόνος μου με τούτα τα θηρία,
αν σεις δεν με διδάξετε μαζί με τον Υιόν σου
και να΄ ρθη ο Παράκλητος που πέμπει ο Πλαστουργός μου,
όπου ως αύρα θαυμαστή, πνοή λεπτή ευώδης,
εισέρχεται νοΐ, ψυχή, λούων αισθήσεις όλες,
χαρίζων γνώσιν, φωτισμόν, διαύγειαν τελείαν,
ειρήνην εις τους λογισμούς κι΄ όλην ψυχής υγείαν,
λόγον, σοφίαν, σύνεσιν, φρόνησιν και ανδρείαν,
πίστιν, ελπίδα στον Θεόν κι΄ αγάπησιν τελείαν·
αλλά τι με ωφέλησαν, αν ταύτα πάντα λέγω,
αφού, όταν μακρύνεσαι, τυφλώνομαι δεν βλέπω
και πράττω τα ενάντια και όλως αποκτείνω
και ως τυφλός περιπατώ, διάκρισιν δεν έχω,
αλλά και φυσιούμενος ως άλλος Φαρισαίος,
αλησμονώ που καταντά το έσχατόν μου τέλος.
Δι΄ αυτό θερμώς παρακαλώ, Δέσποινα Παναγία,
μη με υστερής φωτισμού, Παντάνασσα Μαρία,
αλλά ενθάδε σκέπαζε εσύ και φύλαττέ με
από δε τα τελώνια εκεί απάλλαξέ με
κι΄ οδήγησόν με, Δέσποινα, εις τον Υιόν και Λόγον
του Προανάρχου και Πατρός και Ποιητού των όλων,
να χαίρω, να αγάλλωμαι μετά πάντων οσίων,
μετά δικαίων ευσεβών, μαρτύρων και αγίων,
ταις ευπροσδέκτοις σου ευχαίς και μητρικαίς δεήσεσ΄,
που ιλαρύνουν τον Θεόν και χαίρει πάσα φύσις.
Αμήν.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Για Τη Θεομήτορα – Αγίου Σιλουανού Του Αθωνίτου


Όταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.
Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της;
Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς.
Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πές σ᾽ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τόν Υἱό Σου καί Θεό, ὅταν ζοῦσες στή γῆ; Πῶς χαιρόταν τό πνεῦμα Σου γιά τό Θεό καί Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος, πού Τόν διακονοῦν μέ φόβο καί ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν;
Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στά χέρια Σου τό Θαυμαστό Νήπιο; Πῶς τό ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στήν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στήν σταύρωση καί πέθανε στό Σταυρό;
Πές μας, ποιά χαρά αἰσθάνθηκες γιά τήν Ἀνάσταση ἤ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπό τόν πόθο τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψη;
Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νά γνωρίσουν τή ζωή Σου μέ τόν Κύριο στή γῆ· ἀλλά Σύ δέν εὐδόκησες νά τά παραδώσης ὅλ᾽ αὐτά στή Γραφή, ἀλλά σκέπασες τό μυστήριό Σου μέ σιγή.
Πολλά θαύματα καί ἐλέη εἶδα ἀπό τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο, ἀλλά μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν᾽ ἀνταποδώσω κάπως αὐτή τήν ἀγάπη.
Τί ν᾽ ἀναταποδώσω ἐγώ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού δέν μέ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στήν ἁμαρτία, ἀλλά μ᾽ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικά καί μέ συνέτισε; Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά Τήν ἀναγνωρίσω ἀπό τά γεμάτα χάρη λόγια Tης καί τό πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν, ὥστε καί μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Tης γλυκαίνη τήν καρδιά μου.
Ὅταν ἤμουν νεαρός ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιά φορά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καί μπῆκε τότε στήν καρδιά μου ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπό μόνη της νά προφέρεται ἐκεῖ.
Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά Της.
Ἐν τούτοις κατά τόν ἐπίγειο βίο Tης δέν εἶχε ἀκόμα τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί ὑπέπεσε σ᾽ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἤξερε πού εἶναι ὁ Υἱός Της καί Τόν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μέ τόν Ἰωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).
Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπό φόβο καί τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τή δόξα τῆς Θεομήτορος.
Εἶναι ἐνδεής ὁ νοῦς μου καί φτωχή κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλά ἡ ψυχή μου χαίρεται καί παρασύρομαι στό νά γράψω ἔστω καί λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.
Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νά τό ἀποτολμήση, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ πιέζει νά μήν κρύψω τίς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.
Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Tης οὔτε τήν ἀγάπη Tης γιά τόν Υἱό καί Θεό Tης οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιά τό Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν.
\Παρ᾽ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Tης ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες.
Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.
Δέν ψεύδωμαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης.
Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.
Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς.
Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας.
Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.
Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Παναγία κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή της


timpan2 
Από τους αποστολικούς χρόνους και μέχρι τις μέρες μας όλοι όσοι πραγματικά αγαπούν το Χριστό αποδίδουν τιμή σε Αυτήν που τον γέννησε, τον μεγάλωσε και τον προστάτεψε κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων.Εάν ο Θεός-Πατέρας διάλεξε Αυτήν, ο Θεός-Άγιο Πνεύμα κατήλθε σε Αυτή και ο Θεός-Υιός ενοίκησε σ’ Αυτή, εάν υποτάχθηκε σε Αυτή κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, εάν ανησύχησε γι’ Αυτήν όταν ήταν κρεμάμενος στο Σταυρό, τότε δε θα έπρεπε όλοι όσοι ομολογούν την Αγία Τριάδα, να την τιμούν;
Ακόμα και στις ήμερες της επίγειας ζωής της οι φίλοι του Χριστού, οι Απόστολοι, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον και αφοσίωση προς τη Μητέρα του Κυρίου, ιδιαίτερα, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού και Υιού της, την πήρε στο κατάλυμά του, φρόντιζε γι’ Αυτή σαν να ήταν μητέρα του, από τη στιγμή που ο Κύριος του απηύθυνε από το Σταυρό τις λέξεις «Ιδού η μήτηρ σου».
Ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό εικόνων της, ορισμένες μαζί με το προαιώνιο Βρέφος, άλλες δίχως Αυτό. Όταν τις πήγε και τις έδειξε στην Υπεραγία Παρθένο. Αυτή τις ενέκρινε και είπε «Είθε η Χάρις του Υιού μου να είναι μαζί τους» και επανέλαβε τον ύμνο που είχε ψάλλει στην οικία της Ελισάβετ· « Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου.»

Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της η Παρθένος Μαρία απέφευγε τη δόξα που της ανήκε ως Μητέρας του Κυρίου. Προτιμούσε να ζει στην ησυχία και προετοίμαζε τον εαυτό της για την αναχώρηση προς την αιώνια ζωή. Μέχρι την τελευταία ημέρα της επίγειας ζωής της φρόντιζε να φανεί άξια της Βασιλείας του Υιού της. Πριν το θάνατο προσευχήθηκε ώστε, αν Αυτός ήθελε, να γλυτώσει τη ψυχή της από τα μοχθηρά πνεύματα που συναντούν τις ανθρώπινες ψυχές στο δρόμο προς τον ουρανό και προσπαθούν να τις πάρουν μαζί τους στον Αδη. Ο Κύριος εισάκουσε την προσευχή της Μητέρας του και την ώρα του θανάτου της κατήλθε ο ίδιος από τον Ουρανό με πλήθος αγγέλων να παραλάβει τη ψυχή της.
Από τη στιγμή που η Θεοτόκος είχε επίσης προσευχηθεί να μπορέσει να αποχαιρετίσει τους Αποστόλους, ο Κύριος σύναξε στην Κοίμησή της όλους τους Αποστόλους, εκτός από το Θωμά. Ήρθαν με μία αόρατη δύναμη εκείνη την ήμερα στην Ιερουσαλήμ, από τα πέρατα του κατοικημένου κόσμου όπου κήρυτταν και ήταν παρόντες στην ευλογημένη της μετάσταση στην αιώνια ζωή.
Οι Απόστολοι επιδόθηκαν στην ταφή του πάναγνου σώματος της με ιερούς ύμνους. Την τρίτη ημέρα άνοιξαν τον τάφο για να αποδώσουν τιμές στα λείψανα της Μητέρας του Θεού μαζί με τον Απόστολο Θωμά ο οποίος είχε πια καταφθάσει στην Ιερουσαλήμ. Όμως δε βρήκαν το σώμα στο τάφο και με απορία επέστρεψαν στο κατάλυμά τους. Τότε, κατά τη διάρκεια του γεύματος η Μητέρα του Θεού εμφανίσθηκε μπροστά τους, χωρίς να πατά το έδαφος, αστράπτοντας με ουράνιο φως. Τους είπε ότι ο Υιός της είχε δοξάσει και το σώμα της. Αφού μετέστη, στεκόταν ενώπιον του θρόνου Του. Την ίδια στιγμή, τους υποσχέθηκε να είναι πάντα μαζί τους.
Οι Απόστολοι χαιρέτησαν τη Μητέρα του Θεού με μεγάλη χαρά και άρχισαν να την τιμούν όχι μόνο ως Μητέρα του αγαπημένου τους Διδασκάλου και Κυρίου, αλλά και ως την ουράνια βοηθό, ως προστασία των Χριστιανών και μεσιτεία όλου του ανθρώπινου γένους ενώπιον του Δίκαιου Κριτή. Παντού όπου το Ευαγγέλιο του Χριστού κηρύχθηκε, η Υπεραγία Μητέρα Του άρχισε και Αυτή να δοξολογείται.
πηγή: Αγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος, σ. 25-27
 
 http://www.pemptousia.gr/2014/08

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Παναγία, η μάνα των Αγιορειτών



Ήταν ένα γεροντάκι που μόλις άκουγε τ’ όνομα της Παναγίας έκλαιγε σαν μικρό παιδί.

Ήταν ένας Καυσοκαλυβίτης που όποτε γύριζε πλευρό τη νύχτα έψελνε το «Άξιον εστί».

Ήταν ένας Γρηγοριάτης ηγούμενος πού ΄χε «φάει» την εικόνα Της από τους πολλούς ασπασμούς.

Ήταν ένας Νεοσκητιώτης που παρακαλούσε όποιον έβλεπε να μιλήσει, να γράψει, να εκδώσει, ότι υπήρχε για την Παναγία.

Ήταν ένας μακαρίτης Ιβηρίτης που έπασχε από αγάπη προς την Πορταΐτισσα.

Ένας Φιλοθεΐτης έλεγε: «Έχομεν βεβαίας τας ελπίδας εις την Γλυκοφιλούσαν»

Παναγία· η μάνα των Αγιορειτών.
Η Παναγία. Πάνω απ’ όλες τις αγίες. Μητέρα Θεού και ανθρώπων. Η καλύτερη παραμυθία. Η πιο σίγουρη πρέσβειρα των πιστών. Η πιο ταπεινή, η πιο καλή, η πιο σεμνή, η πιο υπάκουη, η πιο υπομονετική, η σιωπηλή, η γενναία, η πρώτη, η βασίλισσα, η Κυρία, η Έφορος, η Οικονόμισσα, η φωτοφόρος νεφέλη και μανναδόχος στάμνα.

Χαρά να την αντικρύσεις. Ευχαρίστηση να την επικαλείσαι. Ευλογία να σ’ επισκέπτεται. Ελπίδα βέβαιη να την παρακαλάς. Βοήθεια μεγάλη η σκέπη της.

Που να βρεις τα ωραία λόγια να την εγκωμιάσεις; Πόσο φτωχή είναι η γλώσσα για τα μεγάλα ονόματα; Πόσο έχει φθαρεί η γλώσσα από την κατάχρηση. Έτσι σιωπάς και τα λες όλα. Όπως σιωπηλή ακολουθούσε παντού τον αγαπητό Υιό Της. Μέχρι Σταυρού.


Αθωνίτισσα Θεοτόκε, το ακοίμητο κανδήλι, το αγνό κερί, οι Χαιρετισμοί, η Παράκληση, το Θεοτοκάριο, τα Θεοτόκια δεν σου αρκούν. Μήτε γονυκλισίες και τάματα και προσφορές και κομποσχοίνια. Την καθαρότητα της καρδίας ζητάς για νάλθει ο Υιός σου να κατοικήσει και να φέρει θεοτόκες και θεοφόρες ώρες αγίας θεοψίας και φωτοχυσίας…

Μητέρα του Θεού, μητέρα των ανθρώπων, μητέρα του πόνου, μητέρα της αγωνίας, μητέρα των θλιβομένων, σύντροφε των μονομάχων του Θεού, των καλογέρων.

Όπως και να το κάνουμε είναι ανώτερες ψυχές οι Αγιορείτες, αφού επέλεξαν ν’ αφοσιωθούν μόνιμα στην Αθωνίτισσα Θεοτόκο.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς· του Άξιον εστί του πάνσεπτου ναού του Πρωτάτου της πρωτεύουσας των Καρυών, της Κουκουζέλισσας της Μεγίστης Λαύρας, της Βατοπεδινής Εσφαγμένης, της Πορταΐτισσας των Ιβήρων, της Τριχερούσης του Χιλιανδαρίου, του Ακαθίστου της Διονυσίου, της Φοβεράς Προστασίας του Κουτλουμουσίου, της Γερόντισσας του Παντοκράτορος, της Γοργοϋπηκόου της Δοχειαρίου, της Μυροβλύτισσας του Αγίου Παύλου, της Οδηγήτριας του Ξενοφώντος και τόσες άλλες, σ’ εκκλησίες και παρεκκλήσια, κελλιά και καλύβια...

Από το βιβλίο «Αθωνικό απόδειπνο» του Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2014/07/blog-post_9163.html

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ & ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ .


Η οικονομική κρίση την οποία βιώνουμε έφερε και πάλι το προσκήνιο την σκληρότητα της ζωής. Είναι κατάσταση την οποία ο κάθε άνθρωπος βιώνει, από τη στιγμή που γεννιέται (ο τοκετός είναι ο χωρισμός του παιδιού από την μητέρα του) μέχρι και τη στιγμή που φεύγει από αυτόν τον κόσμο (ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, αλλά και ο χωρισμός του ανθρώπου από όλους τους συνανθρώπους του και τη ζωή όπως μέχρι τότε ο άνθρωπος τη γνωρίζει). Με τον ιδρώτα του προσώπου μας βγάζουμε τον «επιούσιο άρτο μας», με «ωδίνες» γεννούμε τα παιδιά μας, σταυρός είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, λιγότερες είναι οι χαρές από τις λύπες. Ακόμη και η όποια ηδονή την οποία γεύεται ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένη με την οδύνη. Συνήθως, την ύπαρξή μας ταλανίζει ένα ερώτημα: «γιατί» αυτή η σκληρότητα; Με ποιο τρόπο μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε;
Στον προβληματισμό και τα ερωτήματα για την σκληρότητα της ζωής η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν μας ένα πρόσωπο: αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν μιλά για ιδέες, ούτε για
ψευτοφάρμακα, ούτε για υποκατάστατα που θα μας κάνουν να ξεγελαστούμε ότι δεν υπάρχει σκληρότητα και πόνος στη ζωή. Δεν λειτουργεί δηλαδή προσπαθώντας να ξεγελάσει τον άνθρωπο, υποσχόμενη παραδείσους σε όποιον πιστεύει στο Θεό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός το επεσήμανε: «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7, 14). Και αυτή η στενότητα και η θλίψη δεν πηγάζουν από το Θεό, αλλά από την εμπαθή κατάσταση του κόσμου λόγω της αμαρτίας, από τον χρόνο και την φύση που εκ των πραγμάτων συνδέονται με τη φθορά, από τον εαυτό μας που δεν μπορεί να βρει εύκολα τον αληθινό προσανατολισμό του, όντας εγωκεντρικός, από την ιδέα ότι σκοπός της ζωής είναι μόνο η ηδονή και η με κάθε τρόπο επιδίωξή της, αλλά και από το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους που κι εκείνοι έτσι σκέπτονται, με γνώμονα την προσωπική τους ηδονή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό καλείται να νικήσει την σκληρότητα της ζωής, να μην αποκαρδιωθεί ούτε από τα σφάλματα και τις αμαρτίες του, ούτε από τις δοκιμασίες τις οποίες βιώνει. Στην παράδοση της Εκκλησίας μας υπάρχει ρεαλισμός. Η όποια βοήθεια δεν είναι στερεωμένη σε ψεύτικες υποσχέσεις, αλλά στην νέα πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, όταν μπορεί να κοινωνήσει εν προσώπω με το Θεό. 

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα: Η Αχειροποίητη Εικόνα του Θεομητορικού Μνήματος και η Ιστορία Της


Απολυτίκιον της Παναγίας της Ιεροσολυμιτίσσης
Ήχος α΄
Την σεπτήν σου εικόνα ως της δόξης σου σκήνωμα, Ιεροσολυμίτισσα Παρθένε, προσκυνούμεν Πανάχραντε. Εκ ταύτης γαρ πηγάζεις μυστικώς θαυμάτων ποταμούς τας δωρεάς• και αρδεύεις τας καρδίας και τας ψυχάς των πίστει κραυγαζόντων σοι• Δόξα τω Θείω Τόκω σου, Αγνή, δόξα τη παρθενία σου, δόξα τη προς ημάς σου ανεκφράστω προνοία, Άχραντε. 

Η Θαυματουργή Αγία Εικόνα της Παναγίας «Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ», έχει Αγιογραφηθεί τον 19ο αιώνα Θαυματουργικώς. Φέρει χρονολογία 1870 και έχει το εξής ιστορικό: 
Υπήρχε τον καιρό εκείνο μία αγιογράφος Μοναχή ονόματι Τατιανή, της Ρωσικής Ιεράς Μονής της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, που βρίσκεται στους πρόποδες του απέναντι της Ιερουσαλήμ Όρους των Ελαιών. 
Είδε δε η Τατιανή καθώς κοιμόταν το εξής Όραμα: Είδε ότι την επισκέφθηκε στο κελλί της μία άγνωστη Μοναχή, η οποία της είπε: «Αδελφή Τατιανή, ήλθα να με ζωγραφίσεις». 
Η Τατιανή απάντησε: «Ευλόγησον, αδελφή, αλλά εγώ είμαι αγιογράφος και όχι ζωγράφος». Και η Επισκέπτρια της λέγει: «Τότε να με αγιογραφήσεις». 
Η Τατιανή εξεπλάγη με το θάρρος της ξένης και απεκρίθη: «Δεν έχω ξύλο (σανίδι), πού να σε ζωγραφίσω;». 
Και τότε η Επισκέπτρια Μοναχή της δίδει ένα σανίδι αγιογραφήσεως και λέγει: «Ζωγράφισε»! Αλλά ενώ ζωγράφιζε η Τατιανή την Μοναχή, είδε τα Άμφιά Της να γίνονται χρυσά, το Πρόσωπό Της να λάμπει πολύ, και Την άκουσε να λέγει: «Ω μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, θα με αγιογραφήσεις πάλι εσύ». 
Η Τατιανή αντελήφθη ότι αγιογραφούσε την Παναγία! Εταράχθη και ξύπνησε. Αμέσως έσπευσε στην Ηγουμένη και της διηγήθηκε το Όραμα. Η Ηγουμένη δυσπίστησε και της είπε να πάει να κοιμηθεί και αύριο να αγιογραφήσει μία Εικόνα της Παναγίας. 
Καθώς όμως επέστρεφε, είδε να βγαίνει από το κελλί της φως και αισθάνθηκε ευωδιά! Τότε ειδοποίησε την Ηγουμένη και μαζί εισήλθαν στο φωτεινό και ευωδιάζον κελλί, όπου είδαν εκπληκτικότερο Θαύμα. Η Εικόνα του Οράματος βρισκόταν μέσα στο κελλί πραγματική, Αχειροποίητη! Η Αγία αυτή Εικόνα της Παναγίας! (1) 
Μετά από όλα αυτά, παρουσιάζεται πάλι η Παναγία στη Μοναχή και λέγει: «Να με κατεβάσετε κάτω στο σπίτι μου, στη Γεθσημανή». Πράγμα που έγινε. 

Από τότε η Αχειροποίητη Αγία Εικόνα της Παναγίας «Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ», βρίσκεται στο Ιερό Προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος της Γεθσημανής (2), και Θαυματουργεί. 

Και τις τρεις φορές που πλημμύρισε ο Ιερός Ναός στη Γεθσημανή, η Εικόνα ανέβηκε μόνη Της από τον μαρμάρινο θρόνο που βρίσκεται και στάθηκε στο σύστημα εξαερισμού, χωρίς να στηρίζεται πουθενά! Τα Θαύματά Της είναι αναρίθμητα, όπου και αν πήγε. 

Σημειώσεις
1) Η παρακάτω πληροφορία έχει ευρέως γνωστοποιηθεί (ειπωθεί και καταγραφεί), μέσα από τις διηγήσεις Αγίων Γερόντων της Πίστεώς μας (όπως για παράδειγμα του Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου), οι οποίοι είχαν την Ευλογία (όταν ζούσαν στον κόσμο αυτό) να δουν σε Οράματα την Υπεραγία Θεοτόκο. Οι Μαρτυρίες όλων συμφωνούν πως η Αγία αυτή Εικόνα της «Ιεροσολυμίτισσας», είναι εκείνη που απεικονίζει ακριβέστερα από οποιαδήποτε άλλη, τα Χαρακτηριστικά της Αγίας Μορφής της Παναγίας. 

2) Το Θεομητορικό Μνήμα αποτελεί τον Κενό Τάφο της Παναγίας μας (το ονομαζόμενο Κενοτάφιο), αφού το Σώμα Της Ανελήφθη στους Ουρανούς την τρίτη ημέρα από την Κοίμησή Της, διότι «δεν ήταν δυνατό να παραμείνει κάτω από τη γη το Σώμα Εκείνης, χάριν της Οποίας ο Θεός έπλασε όλο τον κόσμο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος. 

Η Είσοδος του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας μας στη Γεθσημανή. Σε αυτό το μέρος, το οποίο ήταν ο κήπος των γονέων Της, βρίσκεται σήμερα ο Ιερός Ναός με το Θεομητορικό Μνήμα. 
Από ξενάγηση του Ηγουμένου του Θεομητορικού Μνήματος
www.doyriosippos.blogspot.com